Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλκοόλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλκοόλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Θεματική: Αλκοόλ


Ο Μπούκοφσκι περιγράφει την αίσθηση της μέθης.
Ο Λόουρυ μιλάει για ευτυχισμένες οικογένειες.
Ο Κέρουακ ένα βράδυ έξω.
Ο Παπαγιώργης για τη μαύρη musica humana και τον άνθρωπο γυμνό.
Ο Αρανίτσης για τα πικρά ποτά.
Ο Waits τραγουδάει άλλη μια ιστορία, ο Ανεστόπουλος, τα Διάφανα Κρίνα (από κοντά και ο Μπωντλέρ) μας παρακινούν να μεθύσουμε.
Ο Payne και ο Figgis κινηματογραφούν τους αφοσιωμένους του ποτού.
Ο Λάγιος και ο Ρεμπώ ξυπνούν στη Μεθώνης και σε αμμουδιές.
Ο Τούντας και οι Thin Lizzy καταλήγουν όπως κάθε μεθυσμένος στο τραγούδι.


υ.γ. τους Contrabbando ξεχάσαμε ρε. Κουβέντες της μπάρας vol.1 και vol.2

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

περί μέθης

// του Κωστή Παπαγιώργη, απόσπασμα από το βιβλίο του "Περί Μέθης" // 

Μέσα στην κοινωνία της κακής πίστης, μέσα στην ανοστανάλατη ζωή που τρώει το κουτόχορτο ατελώνιστο – ω κοινωνική επιτυχία! ω λαμπρή σταδιοδρομία! ω όνειρα που γίνατε πραγματικότητα! – παρά να ψάχνει, με κίνδυνο φυσικά, να βρει το σπάνιο γκρεμνόχαρτο, ο μεθυσμένος φέρνει το γκρεμνόχαρτο μέσα του. Δεν είναι πάντα ο χαρισματικός. Δεν έχει τη σοβαρότητα η οποία κατέχει το ασφαλές ένστικτο της αλήθειας. Τις περισσότερες φορές το τάλαντό του είναι αρνητικό. Δεν δημιουργεί. Υπονομεύει και υπονομεύεται. Ωστόσο έχει το λαμπρό κύρος της αθλιότητάς του ώστε στις μοναδικές εξάρσεις του να μπορεί να αφουγκραστεί τη μαύρη musica humana.

(..) Κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει αυτά τα (ομηρικής καταγωγής) ξεφαντώματα. Μέσα τους πάλλει η ψυχή της κοινότητας. Τους λείπει όμως η πένθιμη εσωτερικότητα του αληθινού μέθυσου. Ο τελευταίος δεν πίνει για να ξεχάσει – αντίθετα με το πιοτό ανασταίνεται η μνήμη του. Προπάντων δεν πίνει με μέτρο από φόβο μήπως ξεπεράσει τα όρια. Ίσα ίσα τα όρια είναι που τον ενοχλούν. Πίνει απολύτως. Αχόρταγα και βάρβαρα, όπως έγραφε για τον Πόε ο Μποντλέρ. Και μέσα στην ακόρεστη διψομανία του, με την επικουρία της τύχης, συναντά ένα βέβηλο νεύμα που ψάχνει τα ανύπαρχτα ριζώματα.

τα λουλούδια προσπαθούσαν πιο πολύ ν' ανθίσουν

// απόσπασμα από το βιβλίο του Τσαρλς Μπουκόφσκι, "Τοστ ζαμπόν" //

Άνοιξα την κάνουλα και το στόμα μου. Το μυρωδάτο υγρό κύλησε στο στόμα μου και το κατάπια. Έκλεισα την κάνουλα και ανασηκώθηκα. Μου 'ρχόταν να ξεράσω. "Πιες κι εσύ τώρα" είπα στον Καράφλα.
"Βεβαίως" είπε "δε φοβάμαι γω, του πούστη"
Έσκυψε κάτω απ' την κάνουλα και τράβηξε μια γερή γουλιά. Δεν θα μου την έβγαινε τώρα ένα ρετάλι! Πήγα σ' ένα άλλο βαρέλι, έσκυψα, άνοιξα την κάνουλα και τράβηξα κι εγώ μια γουλιά. Σηκώθηκα. Είχα αρχίσει να φτιάχνομαι.
"Ε, Καράφλα" είπα "μ' αρέσει".
"Ε, τότε πιες κι άλλο ρε μαλάκα".
Ξαναδοκίμασα. Ήταν καλύτερο στη γεύση τώρα. Κι εγώ ένιωθα καλύτερα.
"Είναι του πατέρα σου, όμως, Καράφλα. Δεν κάνει να το πιω όλο".
"Δεν τον νοιάζει. Το 'χει κόψει".
Δεν είχα ξανανιώσει τόσο όμορφα. Ήταν καλύτερο κι απ' τη μαλακία.

Bad Liver And A Broken Heart

// ένα τραγούδι του Tom Waits, από τον δίσκο small change, ζωντανά το 1977 //

..και το κελάρι ήταν πάντα γεμάτο

// του Μάλκολμ Λόουρυ, απόσπασμα από το βιβλίο του "Κάτω από το ηφαίστειο" //



Οι νεαροί αυτοί ήταν όλοι τους τρομεροί και ακατάβλητοι πεζοπόροι. Το ‘βρισκαν παιχνίδι να περπατάνε είκοσι πέντε ή και τριάντα μίλια την ημέρα. Αυτό όμως που φαινόταν ακόμα πιο απίθανο, δεδομένου ότι κανείς τους δεν ξεπερνούσε ακόμα τη σχολική ηλικία, ήταν πως ήταν επίσης και τρομεροί, ακατάβλητοι πότες. Σε μια απλή βόλτα των πέντε μιλίων σταματούσαν σ’ όσα «παμπς» έβρισκαν και κατέβαζαν από μια ή δύο πίντες δυνατής μπύρας στο καθένα. Ακόμα κι ο μικρότερος, που δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαπέντε, κατέβαζε τις έξι πίντες του κάθε βδομάδα. Κι αν κανένας τους αρρώσταινε κι έκανε εμετό, τόσο το καλύτερο γι’ αυτόν. Έτσι έκανε χώρο για περισσότερη μπύρα. Ούτε ο Ζακ που είχε ευαίσθητο στομάχι – αν και είχε συνηθίσει στο σπίτι του να πίνει λίγο κρασί – ούτε ο Τζόφρεϋ που αντιπαθούσε τη γεύση της μπίρας και που άλλωστε φοιτούσε σ’ ένα πολύ αυστηρό σχολείο του Γουέσλεϋ, δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν αυτό το μεσαιωνικό ρυθμό. Ολόκληρη όμως η οικογένεια έπινε τρομερά.

αν κάποιος παραγγείλει Μερλό, έφυγα

// σκηνή από την ταινία "Sideways" του Alexander Payne//

"δεν θέλω να περάσεις στη σκοτεινή πλευρά"

Δεν βλέπω τίποτ’ άλλο

// του Ηλία Λάγιου  //

Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλιά σου.

Χορεύουν σ' ένα βελόνι
τρεις μονόχειρες χωροφυλάκοι·
ανοιχτοί μάς προσμένουν δυο λάκκοι,
της χαράς μου τρυγόνι.

Ο συρφετός των αχρείων
μες στα ματάκια σου ανασαίνει.
Θα ζήσω λοιπόν τη ναρκωμένη
νύχτα των Εξαρχείων.

μεθύστε

// Θάνος Ανεστόπουλος (Διάφανα Κρίνα) //

..έτσι, σπούδασα γευσιγνώστης μια κι έξω

// του Ευγένιου Αρανίτση απόσπασμα από το άρθρο του "Για τον πονόλαιμο και την υγιεινή του στόματος" // 

Κατά τα λοιπά, πίστευα ανέκαθεν ότι οι αυθεντικοί πότες έχουν καθήκον να περιφρονούν τα εύγευστα οινοπνευματώδη και να περιποιούνται την πληγή τους με τα πικρά, εκείνα που θυμίζουν το αίμα του λαγού ή του Χριστού. Ο ίδιος κανόνας εξηγεί το γιατί ο Καρούζος, όπως κι εγώ, ψήφιζε Ballantine's και όχι Dewar's ας πούμε, ούτε Bell's, ούτε Jameson, ούτε Teacher's, πολύ λιγότερο δε τα περίφημα malt, εφόσον η γεύση αυτών των τελευταίων ενέπλεκε στο παιγνίδι της απειράριθμους γευστικούς αντίλαλους, επιθετικούς ή συνωμοτικούς, με αρώματα εξωτικών φρούτων, καπνού, μπαχαρικών, δαμάσκηνων, εσπεριδοειδών, φρυγανιάς ή αλμύρας. Οπως λέει κάποιος ντετέκτιβ της συμφοράς, σε μια χολιγουντιανή ταινία, όταν ακούει να εκθειάζουν το σούσι, το παραδοσιακό γιαπωνέζικο έδεσμα (φέτες μαριναρισμένου ωμού ψαριού με κρύο ρύζι και φύκια), «Αν ήθελα να φάω υδράργυρο, θα έσπαγα ένα θερμόμετρο». Με μια φράση, το ποτό είναι ένα σύμπαν όπου η ποσότητα, περιέργως, προηγείται αξιολογικά της ποιότητας.

όλα ήταν υπέροχα

// του Τζακ Κέρουακ, απόσπασμα από το βιβλίο του "στο δρόμο" //

Ο Μοντάνα Σλιμ κι εγώ αρχίσαμε να τριγυρνάμε στα μπαρ. Απ’ τα εφτά δολάρια περίπου που είχα, χάλασα τα πέντε εντελώς ηλίθια αυτή τη νύχτα. Στην αρχή, κάναμε ένα γύρο ανάμεσα σε τουρίστες μασκαρεμένους καουμπόυς, τύπους απ’ τα πετρέλαια και φαρμαδόρους, μέσα στα μπαρ, έξω απ’ τα μπαρ, στα πεζοδρόμια. Μετά παράτησα για λίγο τον Σλιμ, που τριγύρναγε στο δρόμο μ’ ένα ύφος κάπως χαμένο, όπως είχε ζαλιστεί απ’ το ουίσκυ και τη μπύρα που είχε πιει, τέτοιο ποτήρι ήταν. Τα μάτια του είχαν γυαλίσει και, σε λίγο, θα τον έπαιρναν για ολότελα ξένο με τα πράγματα. Μπήκα σ’ ένα χιλιάνικο καταγώγιο. Η σερβιτόρα ήταν Μεξικάνα και όμορφη. Έφαγα και μετά της έγραψα ένα ραβασάκι πίσω απ’ το λογαριασμό. Το καταγώγιο ήταν έρημο. Όλος ο κόσμος ήταν κάπου αλλού κι έπινε. Της είπα να δει το λογαριασμό απ’ την άλλη μεριά. Το διάβασε κι έβαλε τα γέλια. Ήταν ένα ποιηματάκι όπου της έλεγα πόσο θα ήθελα να ‘ρθει και να χαρεί τη νύχτα.
«Θα το ‘θελα, τσικίτο, αλλά έχω ραντεβού με τον φίλο μου».
«Δεν μπορείς να τον αφήσεις;»
«Όχι, όχι, δεν γίνεται», είπε θλιμμένα, και μου άρεσε πολύ ο τρόπος που το είπε.

you should be drinking coffee

// απόσπασμα από την ταινία του Mike Figgis, "Leaving Las Vegas"

και τ' άλλα κουραφέξαλα


// του Αρθούρου Ρεμπώ, απόσπασμα από το βιβλίο του, "Μια εποχή στην κόλαση" //

Είμαι στην παραλία της Βρετάνης. Ανάβουν οι πόλεις το βράδυ. Ξοδεύτηκε η μέρα μου. Εγκαταλείπω την Ευρώπη. Ο αέρας της θάλασσας θα κάψει τα πλεμόνια μου. Παράξενα κλίματα θα τσουρουφλίσουν το πετσί μου. Να κολυμπώ, να συνθλίβω τη χλόη, να κυνηγώ και πιο πολύ, να καπνίζω. Να ρουφώ δυνατά ηδύποτα σαν καφτό μέταλλο, καθώς συνήθιζαν οι ακριβοί πρόγονοι, τριγύρω στις φωτιές.

Θα γυρίσω πίσω με δέρμα μελαμψό, σιδερένια μέλη, μάτι φλογερό: όποιος με δει θα νομίσει πως βαστώ από γερή ράτσα.

Θα ‘χω χρυσάφι, θα ‘μαι τεμπέλης και χυδαίος.

Οι γυναίκες παραστέκονται τέτοιους φλογισμένους αρρώστους γυρνώντας πίσω από κλίματα τροπικά. Θ’ ανακατευτώ στην πολιτική. Σώθηκα. Τώρα είμαι απόβλητος. Αισθάνομαι απέχθεια για την πατρίδα.

Ένας ύπνος ολομέθυστος στην αμμουδιά, αυτό αξίζει, και τ’ άλλα κουραφέξαλα.

// Αρθουρ Ρεμπώ, "μια εποχή στην κόλαση", εκδ. Γνώση, μτφρ.:Νικος Σπάνιας

Τούντας vs Thin Lizzy