Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011
μια πόλη εκπληκτικών ατμοσφαιρικών φαινομένων
// του Henry Miller, απόσπασμα από το βιβλίο του "ο κολοσσός του Μαρουσιού" //
«Βημάτιζα αργά στο πάρκο τραβώντας κατά τον Ναό του Διός. Μικρά τραπεζάκια δίπλα και κατά μήκος των σκονισμένων μονοπατιών ήσαν τοποθετημένα με τρόπο θα έλεγες τυχαίο: ζευγαράκια κάθονταν εκεί ήσυχα στα σκοτεινά, μιλώντας χαμηλόφωνα, πάνω από ποτήρια γεμάτα νερό. Ποτήρια με νερό... παντού έβλεπα ποτήρια με νερό. Μου έγινε κάτι σαν έμμονη ιδέα. Άρχισα να σκέφτομαι το νερό σαν μια ανακάλυψη, ένα νέο ουσιαστικό στοιχείο της ζωής. Αέρας, γη, νερό, φωτιά. Για την ώρα, το νερό είχε γίνει το πρώτιστο στοιχείο. Βλέποντας αυτούς τους ερωτευμένους να κάθονται έτσι στα σκοτεινά πίνοντας νερό, να κάθονται γαλήνια και να κουβεντιάζουν χαμολόφωνα, ξυπνούσε μέσα μου ένα θαυμάσιο αίσθημα για τον ελληνικό χαρακτήρα. Η σκόνη, η ζέστη, η φτώχεια, η γυμνότητα, η διακριτικότητα αυτού του λαού, κι αυτό το νερό παντού, μες στα μικρά ποτήρια, τα ακουμπισμένα ανάμεσα στα ήσυχα και τα ήρεμα ζευγάρια, όλα αυτά μου έδιναν το αίσθημα πως υπήρχε κάτι το ιερό σ’ αυτόν το χώρο, μια τροφή που συντηρούσε. Περπατούσα μαγεμένος εκείνη την πρώτη νύχτα στο Ζάππειο.
«Βημάτιζα αργά στο πάρκο τραβώντας κατά τον Ναό του Διός. Μικρά τραπεζάκια δίπλα και κατά μήκος των σκονισμένων μονοπατιών ήσαν τοποθετημένα με τρόπο θα έλεγες τυχαίο: ζευγαράκια κάθονταν εκεί ήσυχα στα σκοτεινά, μιλώντας χαμηλόφωνα, πάνω από ποτήρια γεμάτα νερό. Ποτήρια με νερό... παντού έβλεπα ποτήρια με νερό. Μου έγινε κάτι σαν έμμονη ιδέα. Άρχισα να σκέφτομαι το νερό σαν μια ανακάλυψη, ένα νέο ουσιαστικό στοιχείο της ζωής. Αέρας, γη, νερό, φωτιά. Για την ώρα, το νερό είχε γίνει το πρώτιστο στοιχείο. Βλέποντας αυτούς τους ερωτευμένους να κάθονται έτσι στα σκοτεινά πίνοντας νερό, να κάθονται γαλήνια και να κουβεντιάζουν χαμολόφωνα, ξυπνούσε μέσα μου ένα θαυμάσιο αίσθημα για τον ελληνικό χαρακτήρα. Η σκόνη, η ζέστη, η φτώχεια, η γυμνότητα, η διακριτικότητα αυτού του λαού, κι αυτό το νερό παντού, μες στα μικρά ποτήρια, τα ακουμπισμένα ανάμεσα στα ήσυχα και τα ήρεμα ζευγάρια, όλα αυτά μου έδιναν το αίσθημα πως υπήρχε κάτι το ιερό σ’ αυτόν το χώρο, μια τροφή που συντηρούσε. Περπατούσα μαγεμένος εκείνη την πρώτη νύχτα στο Ζάππειο.
Ντιστρόυ Άθενζ
// από τον Sraosha // (διαβάζεται μαζί με αυτό )
Η νεοελληνική 'συνείδηση' φαίνεται εμποτισμένη από το μίσος της πόλης, κυρίως μετά την αστυφιλία του '50, αλλά και πολύ πρωτύτερα. Θυμάμαι το κωμειδύλλιο 'Η τύχη της Μαρούλας' (αυτά έδειχνε η τιβί στην εποχή μας, παιδιά μου), όπου ο ανδριώτης χωρικός, πατέρας της Μαρούλας, νομίζω, εκφράζει την έκπληξή του μπροστά στην Αθήνα-τέρας των 50.000 ξέρω γω κατοίκων με ένα τραγούδι ("Έλα Χριστέ και Παναγιά / πώς έγιν' η Αθήνα"), το οποίο το 1890 έγινε προεκλογικός παιανίσκος (με αλλαγμένα λόγια) του κόμματος του Δηλιγιάννη...
Τα ξανασκέφτηκα αυτά με αφορμή το εξαιρετικό βιβλίο κειμένων λογοτεχνίας της Β' Γυμνασίου, το οποίο φυσικά περιλαμβάνει και τα απαραίτητα πονεμένα κείμενα για την τσιμεντούπολη, τη μοναξιά της πόλης και τα χαμόγελα που λείπουν από την οδό Αχαρνών.
Η νεοελληνική 'συνείδηση' φαίνεται εμποτισμένη από το μίσος της πόλης, κυρίως μετά την αστυφιλία του '50, αλλά και πολύ πρωτύτερα. Θυμάμαι το κωμειδύλλιο 'Η τύχη της Μαρούλας' (αυτά έδειχνε η τιβί στην εποχή μας, παιδιά μου), όπου ο ανδριώτης χωρικός, πατέρας της Μαρούλας, νομίζω, εκφράζει την έκπληξή του μπροστά στην Αθήνα-τέρας των 50.000 ξέρω γω κατοίκων με ένα τραγούδι ("Έλα Χριστέ και Παναγιά / πώς έγιν' η Αθήνα"), το οποίο το 1890 έγινε προεκλογικός παιανίσκος (με αλλαγμένα λόγια) του κόμματος του Δηλιγιάννη...
Τα ξανασκέφτηκα αυτά με αφορμή το εξαιρετικό βιβλίο κειμένων λογοτεχνίας της Β' Γυμνασίου, το οποίο φυσικά περιλαμβάνει και τα απαραίτητα πονεμένα κείμενα για την τσιμεντούπολη, τη μοναξιά της πόλης και τα χαμόγελα που λείπουν από την οδό Αχαρνών.
Θωμάς Γκόρπας vs Κώστας Καρυωτάκης
Αλλά κανείς δεν φεύγει
Πόλη κρυόκωλη και πόλη αργόμισθη και πόλη σαφρακιασμένη πρόωρα
γερασμένη κιτρινιάρα κομπλεξικιά φτωχοπουτάνα… Πάντες
οι χτεσινοί πρεντζόβλαχοι και βρωμοποδαράδες ριγούν από ευτυχία
μέσα στην αγκαλιά σου πλήρως ικανοποιημένοι γαμώντας τα μοτοσακό τους
τα μηχανάκια τους τις μηχανάρες τα αυτοκίνητά τους
πληρώνοντας την βεντζίνα τους σαν κατσικίσιο γάλα και οι μαμάδες
απαυτώνονται τηλεοπτικώς αγοράζουν στα σούπερ μάρκετ το καταπέτασμα
για τα… παιδάκια τους…
Πόλη κρυόκωλη και πόλη αργόμισθη και πόλη σαφρακιασμένη πρόωρα
γερασμένη κιτρινιάρα κομπλεξικιά φτωχοπουτάνα… Πάντες
οι χτεσινοί πρεντζόβλαχοι και βρωμοποδαράδες ριγούν από ευτυχία
μέσα στην αγκαλιά σου πλήρως ικανοποιημένοι γαμώντας τα μοτοσακό τους
τα μηχανάκια τους τις μηχανάρες τα αυτοκίνητά τους
πληρώνοντας την βεντζίνα τους σαν κατσικίσιο γάλα και οι μαμάδες
απαυτώνονται τηλεοπτικώς αγοράζουν στα σούπερ μάρκετ το καταπέτασμα
για τα… παιδάκια τους…
αθηναίοι της νύχτας
// Από την ταινία "Φτηνά Τσιγάρα" (2000) //
07:30
- Αυτό εννοούσες όταν έλεγες ότι ξέρεις ανθρώπους της νύχτας;
- Ε, τι νομίζεις τίποτα φλώρους μπάρμαν. Ξέρω τους ανθρώπους κλειδιά.
07:30
- Αυτό εννοούσες όταν έλεγες ότι ξέρεις ανθρώπους της νύχτας;
- Ε, τι νομίζεις τίποτα φλώρους μπάρμαν. Ξέρω τους ανθρώπους κλειδιά.
Ετικέτες
Αθήνα,
Εικόνα/Βίντεο/Ήχος,
Τέχνη,
Φτηνά Τσιγάρα,
Χαραλαμπίδης,
Athens
Η μυρωδιά της θα σε ακολουθεί
// από τον Νίκο Ξυδάκη //
Την Αθήνα των τελευταίων κακών χρόνων την ζω πια από τη μυρωδιά. Δριμεία, αψιά, διαπεραστική: η μυρωδιά της αμμωνίας από τα ούρα που ποτίζουν κάθε αρμό και πλάκα, ρείθρα από μάρμαρο πεντελικό και τοίχους γκραφιταρισμένους, εσοχές ρημαγμένων μαγαζιών, εισόδους πολυκατοικιών, νοικοκυρεμένους πεζόδρομους με κομψά μαγαζιά, ακόμη και η άσφαλτος μυρίζει ούρα. Η μυρωδιά τρυπανίζει τον οσφρητικό μου εγκέφαλο αδιαλείπτως πια, την ανακαλώ ακόμη και μακριά απ’ τους στιγματισμένους δρόμους, στις άλλες ζώνες τις άθικτες, με κυκλώνει, με καταδιώκει. Μου θυμίζει διαρκώς πού ζώ, σε ποια τροχιά κυλάνε η πόλη, ο χώρα, οι άνθρωποι, εγώ.
Την Αθήνα των τελευταίων κακών χρόνων την ζω πια από τη μυρωδιά. Δριμεία, αψιά, διαπεραστική: η μυρωδιά της αμμωνίας από τα ούρα που ποτίζουν κάθε αρμό και πλάκα, ρείθρα από μάρμαρο πεντελικό και τοίχους γκραφιταρισμένους, εσοχές ρημαγμένων μαγαζιών, εισόδους πολυκατοικιών, νοικοκυρεμένους πεζόδρομους με κομψά μαγαζιά, ακόμη και η άσφαλτος μυρίζει ούρα. Η μυρωδιά τρυπανίζει τον οσφρητικό μου εγκέφαλο αδιαλείπτως πια, την ανακαλώ ακόμη και μακριά απ’ τους στιγματισμένους δρόμους, στις άλλες ζώνες τις άθικτες, με κυκλώνει, με καταδιώκει. Μου θυμίζει διαρκώς πού ζώ, σε ποια τροχιά κυλάνε η πόλη, ο χώρα, οι άνθρωποι, εγώ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
listen
