Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

θαλασσινά ιντερμέτζα ΙΙ

// από τα Άπαντα του Μάριου Χάκκα //

Όπου και να ‘ναι το τηλέφωνο θα μας συνδέσει με τη φωνή των θαλασσών και τον αντίλαλο των σπηλαίων. Όπου να ‘ναι θα γευθούμε την αρμύρα του πόντου, την ορμή των κυμάτων, θα νιώσουμε το σύγκρυο των υπογείων ρευμάτων. Περιμένω επαφή με το κέντρο των βυθών. Περιμένω να κοινωνήσω το σώμα της θάλασσας. Περιμένω να μεταλάβω το γαλάζιο αίμα του πελάγου. Ζητάω την κυρά των θαλασσών, την κυρά της αιωνιότητας να με σαβανώσει στον αφρό των κυμάτων της, να με σύρει γλυκά στον ίσκιο των βυθών της και δένοντάς με εκεί με μαγικά φύκια να με νανουρίσει τον ύπνο του δικαίου.


// Μάριος Χάκκας, Ποιήματα, από τα Άπαντα – εκδ. Κέδρος // 

καλό καλοκαίρι,
και υπενθυμίζουμε, Μπαχάρ* 5 - λίγα τεύχη έμειναν, για όσους προλαβαίνουν.

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα - Λευτέρης Πούλιος



Του Κίμον Φράιερ

Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά.
σεργιανίζοντας πάνω-κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση·
γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής-λογής
βολτάρουν τη νύχτα· και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν·
γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νοιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά· άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
γλυκοκυττάζοντας τις πουτάνες. και πίνοντας ένα
διπλό ουίσκυ. Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθησα να με κεράσεις
πάνω στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
– Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας –
Οι χαφιέδες μάς κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβύνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τι ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, ανεβασμένος στη κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στη καρέκλα
παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας
που άχνιζε.
Νοιώθω σκολιαρόπαιδο που τούλαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
θα τα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τα αγάλματα
της Αθήνας· προσκυνώντας μονάχα
του Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σα παππούς κι εγγονός που
βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ τη τρέλλα
μου γέρο· όποτε μου τη δώσει θα
σε σκοτώσω.

// ένα ποίημα του Λευτέρη Πούλιου //

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

χριστουγεννιάτικη ιστορία - Μιχάλης Γκανάς


Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα...

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
                         στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
                          πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
                          να παρηγορηθούνε.

// από τα γυάλινα Γιάννενα // 

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

αυτή είμαι


// Άννα Αχμάτοβα //

Αυτή είμαι σας εύχομαι μιαν άλλη, καλύτερη.
Δεν εμπορεύομαι πια την ευτυχία,
σαν τους τσαρλατάνους και τους χοντρέμπορους.
Όσο όλοι αναπαύονταν ειρηνικά στο Σότσι,
εμένα μ’ επισκέπτονταν έρποντας τέτοιες νύχτες,
κι άκουγα να χτυπούν τέτοια κουδούνια!
Οι ανοιξιάτικες ομίχλες πάνω από την Ασία
και οι φοβερά ζωηρόχρωμες τουλίπες
ύφαναν χαλί εκατοντάδες μίλια.
Ω, τι να την κάνω αυτή την αγνότητα
τι να την κάνω την απλή ακεραιότητα;
Ω, τι να κάνω μ’ αυτούς τους ανθρώπους!
δεν τα κατάφερα ποτέ να μείνω θεατής,
για κάποιο λόγο πάντα εισερχόμουν
στις πλέον απαγορευμένες ζώνες της ουσίας.
Ήμουν η θεραπεύτρια της τρυφερής ασθένειας,
η πιο πιστή φίλη των ξένων συζύγων
και πολλών συζύγων η απαρηγόρητη χήρα.
Το στεφάνι τα άσπρα μαλλιά δεν τ’ απόκτησα ανάξια
και τα μάγουλα, καμένα από πυρκαγιά,
τρομάζουν τώρα τους ανθρώπους με το σκοτεινό τους χρώμα.
Πλησιάζει όμως το τέλος της περηφάνειας μου,
και θα χρειαστεί, όπως η άλλη – η μαρτυρική Μαρίνα –
να ξεδιψάσω πίνοντας το τίποτα.
Και θα ‘ρθεις εσύ καλυμμένος με μαύρο μανδύα,
μ’ ένα πρασινωπό, φοβερό κερί,
και δεν θα ξεσκεπάσεις το πρόσωπό σου μπροστά μου…
Δεν θα παιδευτώ όμως πολύ να λύσω το αίνιγμα,
ποιανού είναι το ασπρογαντοφορεμένο χέρι
και ποιός μου έστειλε τον επισκέπτη της νύχτας

// μτφρ: Τατιάνα Ντίκο //

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Η κίνησή μας

// ποίημα του Paul Eluard //

Ζούμε μες στη λήθη των μεταμοσφώσεών μας
Οκνηρή είναι η μέρα προκομένη η νύχτα
Μια κούπα αγέρα μεασημεριάτικου η νύχτα τη φιλτράρει και τη φθείρει
Η νύχτα σβήνει τη σκόνη από πάνω μας

Όμως τούτη η ηχώ που κυλάει στη μέρα ακέρια
Τούτη η ηχώ έξω απ' το χρόνο του άγχους ή των χαδιών
Η ακατέργαστη τούτη άλυσσο άνοστων κόσμων
Και κόσμων αισθητών διπλός είναι ο ήλιος της

Να 'μαστε τάχα κοντά ή μακριά από τη συνείδηση μας
Πού νά 'ναι τα όρια οι ρίζες ο σκόπος μας

Κι όμως ατέλειωτη, η ηδονή των μεταμορφώσεών μας
Σκελετοί που ζωντανεύουν μες στα σαπίζοντα τείχη
Τα ανταμώματα που δόθηκαν σε αλόγιστες μορφές
Στην πανέξυπνη σάρκα στους τυφλούς οραματιστές

Το αντάμωμα που έδωσε το πρόσωπο στην κατατομή του
Ο πόνος στην υγεία το φως
Στο δάσος το βουνό στην κοιλάδα
Το ορυχείο στο άνθος το μαργαριτάρι στον ήλιο
Είμαστε κορμί με κορμί είμαστε γη πάνω στη γη
Γεννιόμαστε από παντού είμαστε ασύνοροι

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

γαλανόλευκα

// ένα ποίημα του Θωμά Γκόρπα //

Γαλανόλευκη
γαλανόλευκα λεωφορεία πάνε μαύρους επιβάτες 
γαλανόλευκες ιδέες σάπιων
γαλανόλευκοι μασκαράδες
ο 7ος ο λόχος με τη γαλανή
γαλανόλευκες κορδέλες των μεγαλοσταύρων δεινοσαύρων
γαλανόλευκα και μαύρα κατάμαυρα σαν πίσσα
πατριωτικά συνθήματα ανδραγαθήματα των φουκαράδων.
Τα παιδάκια παίζουν μέχρι να μαζευτεί ο ήλιος
τ' ακούμε και δουλεύουμε τα βλέπουμε να μαζεύουν
παπαρούνες άγριες μαργαρίτες και σκυλάκια
ενώ το γαλανόλευκο της μέρας άρχισε να το τρώει το μαύρο.
Η γαλανόλευκη τυλίγει νεκρούς που υπήρξαν φίδια
η γαλανόλευκη σφίγγει ζωντανούς σαν φίδι
η γαλανόλευκη του ευζωνικού η ματωμένη σημαία
σύμβολο όπως οι τελείες στις υπογραφές των μασόνων
όπως οι νεκροί των εργατικών αγώνων
όπως τα «λάθη» των κομμάτων
όπως τ’ αρώματα των αποπάτων
όπως οι ρυτίδες και τ' άσπρα μαλλιά των αιώνων

(από τη συλλογή «Τα θεάματα»)

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

συνομιλία μ’ έναν φοροεισπράκτορα περί ποιήσεως

// του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι //

Αρχίζεις να σπρώχνεις μια λέξη στο στίχο
κι η λέξη δε μπαίνει.
Επιμένεις και σπάει.
*
Η ποίηση – ειν’ ένα ταξίδι
σ’ άγνωστη χώρα.
Η ποίηση – είναι ταυτόσημη
με την παραγωγή ραδίου.
Για μια και μόνο λέξη
λιώνεις χιλιάδες τόνους
γλωσσικό μετάλλευμα.
*
Όσο πάει αγαπώ λιγότερο
όσο πάει λιγότερο τολμώ
η πιο φρικτή απόσβεση
είναι η απόσβεση του νου και της καρδιάς 

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

παραλογές

Αλησμονιώνται κι οι φιλιές, ξεχνιώνται κι οι αγάπες,
Στον δρόμο ανταμώνονται σαν ξένοι, σα διαβάτες.
// * //
Παλιά στράτα δε χάνεται, καινούρια δεν πατιέται,
Ουδέ παλιά αγαπητικιά δεν απολησμονιέται.
// * //
Σαν είν’ η αγάπη μπιστική, παλιώνει μηδέ λιώνει
Ανθεί και δένει στην καρδιά και ξανακαινουργώνει
// * //
Εμίσεψες και μ’ άφησες σαν παραπονεμένη,
Σαν εκκλησιά αλειτούργητη σε χώρα κουρσεμένη.
// * //
Μηλιά, που σε καμάρωνα καθημερνή και σκόλη,
Τώρα ‘πλεξες τα κλώνια σου σε ξένο περιβόλι.

Παραλογές από τα δημοτικά τραγούδια, του Ν. Πολίτη (εκδ. γράμματα)

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Για τον Νίκο Καρούζο

Καημένε Νίκο
τί ζωὴ ἦταν κι αὐτὴ
κατατρεγμένος ἀπὸ τοὺς Κατσιμπαλῆδες
οἱ πλούσιοι φτύναν πάνω στὴ φτώχεια σου
ὅμως ἐσὺ καλὰ ἔκανες
ἔπινες τὰ οὐζάκια σου
κι ὅλους αὐτοὺς τοὺς μούντζωνες
καὶ πρὶν νὰ φύγεις
πρόφτασες κι ἁρπάχτηκες
ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
ἀπὸ ψηλὰ τώρα ἀπὸ τὸ σύννεφο αὐτὸ
κοιτάζεις
τὴν ἀθανασία σου.

Μίλτος Σαχτούρης
( via )

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Δεν βλέπω τίποτ’ άλλο

// του Ηλία Λάγιου  //

Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλιά σου.

Χορεύουν σ' ένα βελόνι
τρεις μονόχειρες χωροφυλάκοι·
ανοιχτοί μάς προσμένουν δυο λάκκοι,
της χαράς μου τρυγόνι.

Ο συρφετός των αχρείων
μες στα ματάκια σου ανασαίνει.
Θα ζήσω λοιπόν τη ναρκωμένη
νύχτα των Εξαρχείων.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

Πετρόπουλος vs Neruda vs δημοτικό τραγούδι

ανάσα την ανάσα παλινδρομώ
γυναίκα μου χαμογελάς και χαίνεις
ψίθυροι στο αφτί
σε γνωρίζω απ' τους σπασμούς εκείνους
κοιτάς περιμένεις κοιτώντας κατάματα
κοιτάς περιμένεις
ζω με την θηλιά στο λαιμό
ανθέμιον λουλουδοπαλάμη παλαμίζω
θάλαμος και παλαμάρι
παλαμάρι ύπερος, άγγελέ μου, πολυτρίχια στην κεφαλή
ψοφίμι σκυλί κρυφοδαγκώνει ακόμη
και μου ξεσχίζεις την καρδιά
και σε μισώ και σε θέλω
και σε θέλω και σε απωθώ
ανάσα την ανάσα εισέρχομαι γλυκοξεχνώντας έτσι

απόσπασμα από τα 5 ερωτικά ποιήματα, Ηλίας Πετρόπουλος 


Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Θωμάς Γκόρπας vs Κώστας Καρυωτάκης

Αλλά κανείς δεν φεύγει

Πόλη κρυόκωλη και πόλη αργόμισθη και πόλη σαφρακιασμένη πρόωρα

γερασμένη κιτρινιάρα κομπλεξικιά φτωχοπουτάνα… Πάντες

οι χτεσινοί πρεντζόβλαχοι και βρωμοποδαράδες ριγούν από ευτυχία

μέσα στην αγκαλιά σου πλήρως ικανοποιημένοι γαμώντας τα μοτοσακό τους

τα μηχανάκια τους τις μηχανάρες τα αυτοκίνητά τους

πληρώνοντας την βεντζίνα τους σαν κατσικίσιο γάλα και οι μαμάδες

απαυτώνονται τηλεοπτικώς αγοράζουν στα σούπερ μάρκετ το καταπέτασμα

για τα… παιδάκια τους…