Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα contrabbando. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα contrabbando. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

στο χρόνο Πάνο

Τρίτη 23/6 9μμ στο polis art cafe

Αναπλέοντας το εξώφυλλο δέρμα του
οι φίλοι μαζευόμαστε «στο χρόνο Πάνο» 
υφαίνοντας και πάλι το έργο του Φίλου. 
Να αφουγκραστούμε τα τραγούδια του. 

Όπως το ‘θελε κι ο ίδιος 

να έρχονται
οι εγκαταλελειμμένοι
στο ξύλινο παγκάκι
να μιλούν
να αποθέτουν
τάματα
χοές
-ή έστω
ένα
ποτήρι τεκίλα-
στο μάρμαρο
της σιωπής.

Και μην πολυπιστεύετε το γνωστό παραμύθι ότι όλοι οι σύντροφοι είναι νεκροί. 
Είναι δίπλα σου σιωπηλοί και περιμένουν το νεύμα σου για τη συνέχεια του ταξιδιού, 
σε πιο μακρινές θάλασσες, όχι κατ' ανάγκη στην Ιθάκη

*σύντομα θα ανακοινωθεί το πρόγραμμα της εκδήλωσης για το Φίλο

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Αποχαιρετισμός στον Πάνο

Πριν μερικές μέρες έφυγε από την ζωή ο Πάνος Οικονόμου, γνωστός και ως Καίσαρ Εμμανουήλ ή αλλιώς ως ο ένας εκ των δύο @Contrabbando. Φίλοι, γνωστοί, σύντροφοι, παλιοί μαθητές και άλλοι τον αποχαιρέτισαν με μερικές γραμμές γεμάτες συναισθήματα, σκέψεις, εμπειρίες και εικόνες που αποκόμισαν από τον αγαπημένο μας Καίσαρα μέσα από τις στιγμές που μοιράστηκαν μαζί του. Έχουμε μαζέψει εδω όσα από αυτά τα κείμενα έπεσαν στην αντιληψή μας σε μια προσπάθεια να μην χαθούν στη λήθη του χρόνου. Από καθένα από αυτά τα κείμενα παραθέτουμε μια μικρή παράγραφο και πατώντας πάνω στον τίτλο του καθενός μπορείτε να μεταβείτε στην σελίδα με το πλήρες κείμενο.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

#22: Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις... [Επιστρέφοντας τα δώρα]

"Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις. Έτσι, έχουν τα πράγματα. 
Όχι, ο καρκίνος δεν παίρνει τους καλύτερους. Ούτε το εγκεφαλικό, ούτε η καρδιοπάθεια, ούτε καμία άλλη ασθένεια. Τους μάγκες δεν τους πάτησε το τρένο. Ο θάνατος είναι αδιάκριτος, κοινός, απόλυτος. Μοναχικός. Το συλλογικό υποσυνείδητο αρέσκεται να "θρηνεί". Όχι αυτόν που πέθανε. Ούτε καν αυτό που εκπροσωπεί, παρόλο που το κραυγάζει. Θρηνεί αυτό που αντιπροσωπεύει στην προσωπική του ματιά, την ιδεολογική φορεσιά με την οποία έντυσε ένα πρόσωπο. Πενθεί, εν τέλει, είτε το "τέλος μιας δικής του εποχής" ή τον ίδιο το μετέωρο φόβο του θανάτου. Του δικού του θανάτου, του δικού του τέλους, του οποίου μια γεύση παίρνει από έναν "ξένο" θάνατο που αγωνιά να οικειοποιηθεί με υπέρμετρη ευαισθησία. Όσο κι αν ερίζουμε, κλαίμε μόνο για τους "δικούς μας ανθρώπους", αυτούς με τους οποίους ζήσαμε, μοιραστήκαμε στιγμές μιας ζωής που πέρασε. Και κλαίμε το ανεπίστρεπτο αυτών των στιγμών. Εγωιστικά, μοναχικά, ναρκισσιστικά. Όπως μας ταιριάζει. Ως πλάσματα ανθρώπινα, ατελή, φθαρτά. Και, φυσιολογικά κι ανθρώπινα, δε μας είναι ούτε πρόκειται να γίνουν όλοι οι νεκροί αρεστοί. Γιατί, η εικόνα τους ως ζωντανών διαμορφώνει τη στάση μας απέναντι στο θάνατό τους. Οριστικά κι αμετάκλητα.
Όχι, στις πλείστες περιπτώσεις, δεν υπάρχει αξιοπρεπής θάνατος. Τουλάχιστον, όσο δε μας στήνουν σε εκτελεστικά αποσπάσματα απέναντι στους φονιάδες μας, ώστε να μπορούμε να τους χαμογελάμε κατάμουτρα την ύστατη ώρα. Ο θάνατος είναι μια μοναχική αγωνία. Τις τελευταίες ώρες του κουβαλά έναν απεγνωσμένο ρόγχο, μια κλινοπάλη του σώματος, μια σταδιακή κατάρρευση όλων των ζωτικών λειτουργιών, μια διαρκή αφαίρεση των εγκεφαλικών/διανοητικών χαρακτηριστικών μας. Λίγο πριν από το τέλος, γινόμαστε ζώα που ψυχορραγούμε, όπως λέει ο Ροθ. Επιστρέφουμε στο απόλυτα ζωώδες και γήινο. Οι ελάχιστες εκλάμψεις, που μυθολογούνται ως τελευταίες κουβέντες, μπορεί να μας εκθέσουν ή να ανοίξουν σε κοινή θέα όσα ασυνείδητα θάβαμε κάτω από τις στρώσεις και τα περιβλήματα του εγώ μας και των δεόντων μιας ολόκληρης ζωής. Είμαστε μιαν ανίσχυρη μάζα οργανικών καταλοίπων, που θα γίνουν στάχτη ή εκλεκτή τροφή για σκουλήκια στο αέναο κυκλικό παιχνίδι της ζωής.Τα 21 γραμμάρια δεν είναι παρά το μεταφυσικό τρυπάκι μας για να μπορέσουμε να αντέξουμε τη ζωή την ίδια. Ή την απώλειά της.
Τέλος, όχι, δεν υπάρχει αξιοπρέπεια στη διαχείριση μιας μακροχρόνιας ασθένειας. Θα ήθελα πολύ να είναι διαφορετικά, αλλά η αλήθεια είναι πικρή και με διαψεύδει. Έχω κλάψει πολύ, έχω πονέσει πολύ, έχω παρακαλέσει πολύ, έχω κουράσει τα αγαπημένα πρόσωπά μου πολύ, έχω ζητιανέψει για αγάπη και φάρμακα, έχω διεκδικήσει ως απόλυτα κακομαθημένο κωλόπαιδο την απεριόριστη προσοχή, έχω βαρύνει την καθημερινότητα των οικείων μου, έχω δεσμεύσει τις ζωές των άλλων. Και, φυσικά, δεν υπάρχει τίποτε ηρωικό στις διάρροιες, τις ναυτίες, τους εμετούς, τα λερωμένα σεντόνια, τις τρύπιες πικεδένιες κουβέρτες των δημόσιων νοσοκομείων, τις νεκρωμένες ξερές φλέβες, το τρύπιο σώμα, τη διαρκώς αποστεούμενη ύπαρξη. Ούτε υπάρχει τίποτε δημοκρατικό στη συναλλαγή, τη δυνατότητα να έχεις εσύ κάποια φάρμακα ή μια πιο εξειδικευμένη θεραπεία, τα οποία κάποιος άλλος αλλού στερείται, λόγω του συστήματος.
Η μόνη αξιοπρέπεια είναι να μείνεις ζωντανός. Και να ανταποδώσεις. Όσο κι όπως μπορείς. Και λίγο θα είναι πάλι.
Διάφανοι, αδέρφια, είμαστε. Ζώα διάφανα που μας τρομάζει η αντανάκλασή μας στα ποτάμια της ζωής, πάσχοντα από αγνή, καθαρή ύπαρξη. Όπως θα τα έλεγε ένας άλλος λησμονημένος Καίσαρας της Ισπανίας: 

  

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

#21: "Αχαρνών και Αγίου Μελετίου..." [Επιστρέφοντας τι; Και ποια δώρα;]

Βιάστηκες, Χαφέζ. Μπορώ να σε αποκαλώ με αυτό το όνομα; Μη μου θυμώσεις. Εδώ σε έχουν καταχωρίσει ως "28χρονο, αγνώστων στοιχείων". Παράξενο να ξέρεις την ακριβή ηλικία κάποιου και όχι το όνομά του. 
Βιάστηκες, λοιπόν, Χαφέζ. Έπρεπε να ρωτήσεις. Θα μου αντιγυρίσεις: "Ποιον;". Δίκαιο. Σε αυτή τη μεγαλούπολη, μόνοι μας φτιάχνουμε διαλόγους μόνοι μας δίνουμε και τις απαντήσεις. Έπρεπε όμως να ρωτήσεις τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος γίνεται λαμπάδα.
Έστω εκείνους τους θιβετιανούς μοναχούς με τα πορτοκαλιά άμφια, που τόσο ταιριάζαν -χρωματικά τουλάχιστον- στη φωτιά. Θα σου έλεγαν πως μετά από χρόνια η απόγνωση γίνεται mainstream γυμναστική για τα τσάκρα και σανταλόξυλα για δυο ευρώ στην Ερμού.
Βιάστηκες, Τζελαλετίν Ρουμί. Έπρεπε να ρωτήσεις.
Έστω τον Γιαν Παλάτς, τον πρώτο ανθρώπινο δαυλό. Θα σου έλεγε πως τα τανκ περνάνε πάντα στο τέλος και δεν έχει νόημα να γίνεις πλατεία να παρελαύνουν βήματα πάνω στο ιστορικό πλακόστρωτο κορμί σου, όταν εσύ δε θα είσαι εκεί.
Βιάστηκες, Σααντί μου. Έπρεπε να ρωτήσεις.
Έστω τον Κώστα Γεωργάκη, λίγο πριν ανάψει το σπίρτο στα βρεγμένα από βενζίνη ρούχα του. Στη Γένοβα. Στην πλατεία Ματεότι. "Ματαιότης", θα σου έλεγε. "Δεν είμαι ήρωας, ίσως ένας άνθρωπος με περισσότερο φόβο".
Αλλά, βιάστηκες, Φερεϊντούν μου. Και σε τόσο λάθος χώρα. Εδώ νικάμε τους Πέρσες σε όλα τα μαθήματα ιστορίας. Χρόνια τώρα. Από τις Θερμοπύλες, έξω από τα άγονα χωράφια της Σκάρφειας και τα ψαράδικα του Αγίου Κωνσταντίνου. Από τη Σαλαμίνα και τα φουρνάρικα και τα κωλόμπαρά της. Από εκείνο το γαμημένο όρος Αιγάλεω. Πολύ κοντά στο Πέραμα. Εκεί που ζυμώνουμε τη φτώχεια μας και το ρατσισμό μας και τον πουλάμε σε δουλίτσες στη ναυπηγοεπισκευαστική και στα κάλπικα cd. Γιατί είμαστε οι 300. Τόσοι ακριβώς. Μπόσικοι. Ούτε ένας παραπάνω.
Βιάστηκες, Ναντέρ. Έβγαλες, άραγε, στα φωτογραφεία της Γερανίου, εκείνη την όμορφη πόζα με το γαλάζιο προκάτ στερέωμα να στείλεις στους δικούς σου; Αυτή με το δανεικό κουστούμι, Κυριακή πρωί, εννοώ. Να τη δείχνουν, να κερνάνε τσάι και μαλεμπί τους γείτονες. Αυτήν που ξεπλήρωσες πουλώντας τηλεκάρτες και κινέζικες πατσαβούρες.
Βιάστηκες, όμως, να γίνεις σέλας. Στο ξημέρωμα της πιο μεγάλης νύχτας του χρόνου. Αυτής που ζούμε χρόνια τώρα, εννοώ, όχι του χειμερινού ηλιοστασίου.
Βιάστηκες, εσύ που σε ονομάζω με ονόματα Περσών ποιητών, γιατί η ειδησεογραφία και ο πολιτισμός μου σε ήθελε ανώνυμο. Να αυτοπυρποληθείς στη συμβολή ενός Αγίου που δε μας μελετά πια και ενός δρόμου που αρχίζει από το αιώνιο παράπονο. Δεν ξέρω ποια απόγνωση. Υποψιάζομαι, αλλά δεν είναι αρκετό. Επειδή είναι και δική μου.
Συγνώμη. Δεν είναι όμορφος ο κόσμος μας πια, Ομάρ μου, Παχλεβί μου, Ραφσαζανί μου... 





Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

"Λα καταστασιόν τρεζ απελπιστίκ, μον Ντιε..."

Δυο μικρές ιστορίες, ενώ εξελίσσονταν τα Δεκεμβριανά του 1944, όπως τις κατέγραψε στα "Τετράδια Ημερολογίου" του ο Γιώργος Θεοτοκάς:
α. Ο Λάμπρος Καλλιφρονάς, παλαιός δήμαρχος Αθηναίων (1895), μένει στο ισόγειο, σε ένα διαμέρισμα φορτωμένο προγονικές προτομές και εικόνες και αναμνήσεις του ελληνικού 19ου αιώνα. Ενενήντα χρονώ. Αφεντάνθρωπος καλά διατηρημένος, κομψός και ευγενικότατος, περήφανος για το όνομά του [...] όμως δεν καταλάβαινε καλά τι γίνεται και δεν ακούει τους θορύβους της μάχης. Διαμαρτύρεται λοιπόν για τη φτώχεια του φαγητού που του σερβίρουν. Του εξηγούν ότι έξω γίνεται κομμουνιστική επανάσταση, μα δεν το παραδέχεται. "Φωνάζει ο κόσμος κι εσείς οι γυναίκες τα μεγαλοποιείτε".
β. Το απόγεμα της 11ης Δεκεμβρίου, ο Θεοτοκάς κυκλοφορούσε μαζί με τον Κατσίμπαλη (το Γιώργο, ντε, τον επονομαζόμενο και "Κολοσσό του Μαρουσιού"), ο οποίος είχε βγει κρατώντας ένα άδειο γαλόνι για να αγοράσει κρασί και διαμαρτυρόταν γιατί δεν έβρισκε.
"Ο καθένας με τον πόνο του".

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής μας είναι άσχετη, γιατί, ως γνωστόν, οι ιστορικές αναλογίες δεν επαρκούν, τα πρόσωπα είναι άλλα, οι εποχές και οι καταστάσεις διαφορετικά απελπιστικές, η ιστορία επαναλαμβάνεται μόνον ως φάρσα και άλλα - που βαριέμαι να σου εξηγώ. Θα σου έβαζα και τραγουδάκι, αλλά πνίγομαι-όχι από την αιθαλομίχλη...  

#20 "Κάμαρα γέρου ασυρματιστή..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Οι μπουλμέδες έχουν κιτρινίσει από την πολυκαιρία και την τσιγαρίλα που πότισε την ξέστρωτη κουκέτα. Με δυσκολία κρατάνε πια τα υπολείμματα επιδέσμων εκείνα τα σκαριφήματα από διάφορα παζάρια. Κρέμονται σχεδόν σαν εσταυρωμένοι από μια γωνία τα σχέδια των πλανόδιων που ανταλλάχθηκαν για ένα πακέτο αμερικάνικα ή γαλλικά τσιγάρα. Από το φινιστρίνι έρχεται ένας υγρός νοτιάς. Στον απέναντι τοίχο χορεύουν στο ρυθμό του οι έγχρωμες ρεπροντιξιόν του περιοδικού Life. Πιο κει, διπλώνει στα δυο η αφίσα μιας παλιάς αμερικάνικης ταινίας και κάνει τη σιωπηλή εξωτική ηθοποιό να πέφτει ξανά και ξανά στην αγκαλιά του ωραίου πρίγκηπα. Μια διαρκής επανάληψη της σκηνής. Μια διαρκής υπενθύμιση της απιστίας. 
Το λαβομάνο λερωμένο, στην άκρια μια βρώμικη πετσέτα, στη γωνιά του ένα μπουγέλο με θολό νερό. Το κρύσταλλο γιομάτο φάρμακα. Από τη μιαν άκρη ως την άλλη, πάνω σε ένα σκοινάκι ξεκουράζονται ένα σώβρακο κακοπλυμένο, μια φανέλα κι ένας σκούφος. 
Το τραπέζι κολλημένο στη γωνιά. Ανάκατα: ναυτικοί χάρτες, μια κινέζικη ταμπακιέρα, ένα παλιό πορτοφόλι, τηλεγραφήματα, μια κούπα με κατακάθι καφέ, ένα τασάκι με αποτσίγαρα-βαριά Camel- ένα μπουκάλι ουίσκι, δυο μολύβια, σκισμένα παλιόχαρτα, στοίβες με βιβλία. 
Ένας τόμος βιβλιόδετος - ίσως "Ο παράφωνος αυλός" ή το "Stillae Sanguinis"- ανοιγμένος σε μια σελίδα. Δεν έχει σημασία σε ποια. Ο μαρκόνης κλείνει τα μάτια και τα ανοίγει σε μιαν παρηκμασμένη αστική σάλα. Σε μια πολυθρόνα, καπνίζει με χάρη αμίλητος, ο ωραίος δανδής-ποιητής με τα γκρίζα μαλλιά, με το μαύρο κοστούμι και τα θλιμμένα μάτια. Όμοιος με τον απατημένο σύζυγο της ταινίας. Τρέμει το χέρι του κάθε φορά που φέρνει τη λεπτή πίπα με το μακρύ τσιγάρο στα χείλη του. Μάλλον από τη μορφίνη. Απέναντί του ένας Ρώσος χλωμός παίζει κιθάρα, μια κυρία πίνει το τσέρι της, στο κέντρο ένα πολύφωτο τονίζει την ηδονική μορφή της... 
"Του δωματίου σου η χλιδή, η ευωδιαστή ατμόσφαιρα/ το σώμα σου, ένα αμάλγαμα από σμάλτο και κοράλλι,/ που ως τρόπαιο, ακόλαστη, όρθωσες μπροστά μου/ αχτινοβόλο,/ λυτή την άγρια αφήνοντας αγέλη των ιμέρων,/ όπλα σκληρά είναι που χτυπούν απελπισμένα απόψε/ τα σινικά της πλήξης μας τα τείχη! [...] Φαίνεται πια πως τίποτα-τίποτα πια δε μας σώζει".
Ο μαρκόνης ανοίγει τον ασύρματο, την "Γκρέτα" του κι η φωνή του αφηγείται στα βραχέα:


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

#19: "Κι έρχεται κρύο..." [ Επιστρέφοντας τα δώρα]

Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε. 
Δεν είναι το δάχτυλο που χτυπά επαναληπτικά-σαν μια υπενθύμιση στο παρόν- πάνω στο ποτήρι ούτε οι κινήσεις που επαναλαμβάνονται με μια θρησκευτική ευλάβεια, για να τις εμπεδώσουμε. Είναι η μικρή φλέβα στο λαιμό, όταν η απόγνωση χτυπά τα όριά της, που διογκώνεται κι είναι έτοιμη να εκραγεί, χωρίς ποτέ... 
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε.
Συστρέφονται στο κορμί μας, μας αγκαλιάζουν, σχεδόν μητρικά-μην το υποτιμάτε, το έχουμε ανάγκη να υπάρξουμε-.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε.
Σωπαίνουν, γιατί ξέρουν πότε πρέπει να σωπάσουν. Το βλέπουμε στα μάτια τους. Το ξέρουν. Αλλά σωπαίνουν.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε.
Κάνουν μιαν αδιόρατη κίνηση, που δε σημαίνει τίποτε παραέξω. Ίσως το σιάξιμο ενός φρυδιού ή το τίναγμα μιας φράντζας.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που μας αγαπούμε.
Πέφτουν στο κρεββάτι νωρίς, να μη δουν την ήττα μας τα βράδια. Όταν πηγαίνουμε κοντά τους, έχουν μια μικρή ερωτική ανάσα να νιώσουμε καλύτερα, μας παίρνουν αγκαλιά να διώξουμε τις ενοχές της μέρας.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε.
Μας κοιτάνε κατάματα κάθε πρωινό, να αντέξουμε τη μέρα. Μας φτιάχνουν πρωινό. Μπορεί και όχι. Αλλά είναι εκεί.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε.
Πλέκουν. Δεν ξέρει κανείς γιατί .Δεν ξέρει κανείς τι. Αλλά πλέκουν. Σαν μιαν αδιόρατη, αέναη ιστορία.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούνε.
Την πιο πικρή ιστορία θα την πουν την ώρα που βάζουμε το παλτό να φύγουμε. Χαλάλι τους. 

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Για τα Δεκεμβριανά του '44 - Ένα άγνωστο ποίημα του Νίκου Καββαδία

Αντίσταση

Στη Μέλπω Αξιώτη

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβηούν κι εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ' όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ' αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα Ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντιπερισπασμό- Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του Barrio Chino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα-Ισπανία και Πασσιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.
Τ' άρματα ζώνεσαι μ' αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
Οι κρεμασμένοι στα δεντρά , μπαίγνιο του ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρη στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

Ελεύθερα Γράμματα, τεύχος 14, 10/8/1945 [γραμμένο τις μέρες των Δεκεμβριανών] 


#18 "Να μας πάρει και να μας σηκώσει, ρεμάλια..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

φύσαγε
και τότε που σκαρφαλωμένοι σε πεζούλες καμωνόμασταν πως
ήμασταν φάροι στα πελάγη και συγκρουόταν το στέρνο μας με ό,τι έφερνε ο νυχτερινός αγέρας και τα χέρια
κουπιά χώνονταν στα θαλασσινά ερέβη
κι ανοίγαμε με ένα μικρό ελβετικό σουγιά δυο μακρές τομές
κατά μήκος της πλάτης μας να βγάλουμε
φτερά να πετάξουμε από τις βερολινέζικες ταράτσες ή
πάνω από τα κυκλαδίτικα γκρέμια και
δεν είχε σημασία γιατί
κύλαγε στο κορμί μας η ζεστασιά του ποτού και διαπερνούσε τους νευρώνες μας το ρίγος
από το τεντωμένο πλωριό κορμί μιας γυναίκας που στεκόταν
κόντρα στον άνεμο μόνο για μας
ισορροπώντας
ανάμεσα στην υπόσχεση του πάντοτε
και
τη βεβαιότητα του ποτέ
και ήμασταν νέοι
κωπηλάτες με λινά σαλβάρια πανάρχαιοι ερέτες από τα βάθη της ανεμελιάς
του έρωτα και σφύριζε
εύηχη πουρούδα στο αυτί μας
ο μακρινός αχός με τον οποίον τρίβονταν τα χαλίκια στο θαλασσινό νερό
δεν τη νιώθαμε την ανεπαίσθητη φθορά
το αέναο χτύπημα του κύματος στο βράχο
το θρόισμα του ανέμου σε ξερολιθιές
η θυμαρίσια ανάσα σε βάτα
ο χρόνος έπαιζε στο λαβύρινθο του αυτιού μας
δεν ακούγαμε κανένα αδράχτι να ξετυλίγεται
βαστάγαμε γερά την άκρη του μίτου
ένα χρωματιστό καραβόπανο
έπλεε στον αφρό των πραγμάτων
δεν άγγιζε ύπουλα θαλασσόχορτα του βυθού
μόνο γλυκιά προκολομβιανή ευτυχία
με ήλιο
και μελαμψή ραστώνη
κι ελαφρό ράπισμα της άμμου πριν μπει σε κάποια κλεψύδρα.
Μας βρήκε απροετοίμαστους
αυτή η αγριότητα
ο βοριάς μας κοπανάει από τοίχο σε τοίχο
σε μια πολιτεία
όχι ερειπιώνας πρότερου μεγαλείου είναι
ταράτσα γυμνή
κεραίες κρημνίζονται
χώνονται στις σάρκες μας
χαρτόκουτοι άνθρωποι στοιβάζονται στις γωνιές
σώματα βουτάνε στο κενό
κάποιοι στριμώχνονται να απολαύσουν
το θέαμα
δεν υπάρχουν ανοιχτά χέρια και αγκαλιές
μόνο δείχτες και κουκούλες
τα πόδια μας εν μια νυκτί γίνανε
πέτρινες άγκυρες
μέσα μας δε
φυσάει
κανένας Απηλιώτης
ά π ν ο ι α
και το φουλάρι της Ισιδώρας Ντάνκαν
μπλέκεται ξανά
στη ρόδα
στον τροχό της τύχης
στον ανεμόμυλο τέρας του Θερβάντες
σφιχτά
ίσαμε.





Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

#17 "Δύο χιλιάδες διακόσιες εικοσιδύο μέρες..."

Δύο χιλιάδες διακόσιες εικοσιδύο μέρες πόνου. Δεν του αρκούν. Βρήκε ωραίο χουζούρι στο κορμί μου. Θα μείνει, λέει. Κι άλλο. Μόνο που, όσο θρονιάζεται, τόσο δυναμώνω τα ηχεία και του φωνάζω στο αυτί: "Σε αγαπάω, πουτάνα ζωή (ακόμη κι έτσι)". Με αυτήν τη μελωδία. Πάντα.

 Υ.Γ.: Σοφάκι, η επανάσταση μπορεί να γαμιέται. Όχι η δική μας.  

#16 "Κατάλογος κιβωτίου ερμητικά κλειστού-μέρος πρώτο" [Επιστρέφοντας τα δώρα]

το αριστερό παπούτσι της ρόζας λούξεμπουργκ
τρία στραγγαλισμένα φωνήεντα από τη φωνή του σπάις
ένα ναυτικό κασκέτο από την κροστάνδη
το πρώτο τεύχος του περιοδικού plamen (άνοιξη '68)
ένα φυαλίδιο κενό και μια σύριγγα στο προσκεφάλι της λώρας μαρξ και του πολ λαφάργκ
δύο κουμπιά από ντρίλινο παντελόνι ενός κομμουνάρου του παρισιού- αγνώστων λοιπών στοιχείων
ο δείκτης του χεριού του μαγιακόφσκι - αυτός που τράβηξε τη σκανδάλη, όχι αυτός που έδειχνε στη λίλια μπρικ ένα "σύννεφο με παντελόνια"
αποτσίγαρο του ζαν πολ σαρτρ σε κομμάτι από λιθόστρωτο
το τελευταίο γραπτό μήνυμα του νίκολα σάκο στο γιο του ντάντε
ίνες από τη βαμβακερή φανέλα του λούη τίκα
το κομμένο δεξί χέρι του τσε, αυτό με τα μελανά δάχτυλα μετά την ταυτοποίηση αποτυπωμάτων
το άρθρο με τίτλο "σύγχυση αντί μουσικής" (πράβδα 28/1/1936) κολλημένο στην πίσω πλευρά της παρτιτούρας της 8ης συμφωνίας του σοστακόβιτς
ζευγάρι γυαλιών με κοκάλινο σκελετό του σαλβαδόρ αλιέντε 
σπόροι από λουλούδια που δε φύτεψε ποτέ ο λέον τρότσκι στην εξορία-για να μη δεθεί με τόπους ξένους
τα βυθισμένα μάγουλα του μπόμπι σαντς στο οστέινο πρόσωπο
απόκομμα δωρεάν εισιτηρίου για το τραμ της βαρκελώνης με σφραγίδα του poum
σωλήνωση υπαίθριου ψύκτη white only
ο σπασμένος παράμεσος του βίκτορ χάρα
σβώλοι χώμα από ένα λάκκο κοντά στη γρανάδα
μικρός τενεκές αστέγου (κλεμμένος από την καβάτζα του)
η κούραση της ρόζας παρκς
φωτογραφική λεπτομέρεια της αριστερής κάτω πλευράς της γκερνίκα- σε μεγέθυνση
ένα μικρό απόσπασμα από ανεπίδοτη επιστολή της μαρίνας τσβετάγιεβα με μια ζωγραφισμένη πεταλούδα χωρίς φτερά
το μασημένο πούρο του φορτίνο σαμάνο
δελτίο τύπου διεθνούς οργανισμού για πνιγμένους πρόσφυγες στη μεσόγειο κι αλλού
σελίδες από το ημερολόγιο του σιμόν ροντρίγκεζ, δασκάλου
σκίτσο της αχμάτοβα από τον αμεντέο μοντιλιάνι-γυμνό/ρεπροντιξιόν
επίμονος βήχας βρετανού ανθρακωρύχου (σε φιάλη μικρόσχημη)
αστέρια διαφόρων χρωμάτων και σχημάτων σε κουρέλια ρούχων
υπολείμματα από λευκά σάβανα παλαιστινίων (μικρού μεγέθους)
κομμάτι από το τείχος του βερολίνου (σουβενίρ για τουρίστες)
πυρόχρωμο αντικείμενο λαϊκής τέχνης περιέχον κόκκους καφέ των ζαπατίστας
μαύρο γάντι του τόμι σμιθ, ολυμπιονίκου
ρετουσαρισμένες φωτογραφίες μεταναστών από το έλλις άιλαντ (σέπια)
το καμένο δέρμα του γιαν πάλλατς

τέλος πρώτης πρόχειρης καταγραφής, εκ μεταφοράς...

Υ.Γ. Κι εσύ με ρωτάς αν διάλεξα:











Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

#15 "Φανέλες στις φαβέλες του Αλδεβαράν" [Επιστρέφοντας τα δώρα...]

Όταν έρχεται στο προσκήνιο μια αθλητική επιτυχία- καλήν ώρα όπως η χθεσινή πρόκριση της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Βραζιλίας του 2014- νομοτελειακά συγχρονίζεται η μεγάλη εθνική χορωδία και ο θίασος παρουσιάζει επί σκηνής τη γνωστή "Συμφωνία του Περιούσιου Λαού" σε γαλανόλευκο λα ματζόρε. Τα κόρνα, κυρίως, εξακοντίζουν πάνω από τα κεφάλια μας το "προικισμένο ελληνικό DNA", τα τύμπανα χτυπούν στο ρυθμό της "αθάνατης ελληνικής ψυχής" και οι τρομπέτες σφυρίζουν τις νότες της "εθνικής περηφάνειας".
Μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό και την εθνοβαβούρα, προτιμώ να αποσύρομαι και να ξαναδιαβάζω μια μικρή διδακτική ιστορία από τη συνάντηση του Σεφέρη και του Καββαδία, όπως τη διασώζει ο Μήτσος Κασόλας:
"Το 1954, ο Γιώργος Σεφέρης, καταξιωμένος ποιητής και διπλωμάτης, ήταν πρέσβης στη Βηρυτό, όπου βρισκόταν, προσωρινά ξέμπαρκος, κι ο Νίκος Καββαδίας. Ο Σεφέρης θα πήγαινε στην Πρεσβεία για μια από τις εθνικές μας επετείους. "Άσε να σε πάω εγώ", του είπε ο Καββαδίας. Μπήκαν σε μιαν άμαξα και σε όλην τη διαδρομή ο Σεφέρης αγόρευε με επική διάθεση για το μείζονα ελληνισμό που διατηρεί ζωντανή εκτός συνόρων την εθνική ψυχή, το σπουδαίο ελληνικό πολιτισμό και την ελληνικότητα των περιοχών της ανατολικής Μεσογείου. Ο Καββαδίας τον άκουγε σιωπηλός. Κάποια στιγμή ζητά από τον οδηγό να τους περάσει από μια συγκεκριμένη περιοχή. Τον πηγαίνει σε ένα δρόμο πήχτρα στις ελληνικές σημαίες στα μπαλκόνια. Ο Σεφέρης εκστασιάζεται και ρητορεύει για την απτή τεκμηρίωση των λεγομένων του. "Εδώ είναι Ελλάδα", φωνάζει, "δεν τον ήξερα αυτόν το δρόμο". "Είναι τα μπορντέλα της Βηρυτού", του απαντά ο Καββαδίας. "Κύριε", απευθύνεται θυμωμένος ο Σεφέρης στον Καββαδία, "ή εσείς θα κατεβείτε από το αμάξι ή εγώ". Κατέβηκε ο θαλασσινός".
Η ιστορία θα μπορούσε να τελειώνει εδώ. Κάθε φορά, όμως, που φέρνω στο μυαλό μου αυτή τη διήγηση, μου έρχεται στο μυαλό -θες από το αραβικό του όνομα θες από τη θαλασσινή του υπόσταση- το άστρο του Αλδεβαράν. Πολύ πιστέψαμε σε τούτη τη γωνιά -μάλλον εξαιτίας της "γενιάς του '30"- στον Ήλιο τον Ηλιάτορα και την ευλογία του, στον Ήλιο της Δικαιοσύνης το νοητό και μέσα στο τόσο φως ξεχνάγαμε να σηκώσουμε τα μάτια μας, πιο σιωπηλά και πιο ταπεινά στο στερέωμα της νύχτας. Τότε, ίσως να ξεχωρίζαμε το πιο φωτεινό αστέρι του αστερισμού του Ταύρου, το νότιο μάτι του Ταύρου, τον Αλδεβαράν, δεκαπέντε φορές πιο μεγάλο από τον Ήλιο.
Και ίσως τότε, κατανοούσαμε και μιαν άλλη διάσταση των πραγμάτων. Αυτήν που κι ο ίδιος ο Σεφέρης κατανόησε εδώ. Αυτήν που προσπάθησε να εκφράσει με τη μελωδική του αναρθρία ο Λαπαθιώτης σε εκείνο το ποίημα που ακούγεται στην παλιά ομώνυμη ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου. Αυτήν που, τελικά, ο ίδιος ο Καββαδίας μας άφησε, καθώς χανόμαστε στην παλίρροια των καιρών, αναζητώντας το φευγαλέο χέρι των δικών μας ανθρώπων κι όχι τη φτιασιδωμένη μεγάλη αφήγηση:







Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

#14 "Τα μολυβένια στρατιωτάκια" (40 χρόνια μετά)

Είσαι πέντε, παίζεις στο πάτωμα με κάτι μολυβένια στρατιωτάκια. Αυτά που πουλάνε ανά τριάδες σε συσκευασία με νάιλον πρόσοψη και χάρτινη πλάτη. Τα έχεις απλώσει όλα. Και τους αρχαίους Σπαρτιάτες και τους τσολιάδες του Συντάγματος και τους πεζικάριους και τους ναύτες και τους αεροπόρους. Δεν αναρωτιέσαι σε ποιο πεδίο μπορούν όλοι αυτοί να πολεμούν και για ποιο λόγο. Όταν σκοτώνονται, απλώς πέφτουν. Δε ματώνουν. Στο τέλος, θα μπουν συμφιλιωμένοι όλοι μέσα στη σακούλα. Μέχρι την επόμενη μάχη.

Είσαι πέντε, έχεις μπροστά σου το άλμπουμ με τα αυτοκόλλητα. Κολλάς κάθε βδομάδα τα πολύχρωμα χαρτάκια από εκείνες τις λεπτές σοκολάτες που σου φέρνει ο πατέρας το απόγευμα μετά τη δουλειά. Μαζεύεις σοβαρός τις μικρές εικόνες στρατιωτών από όλες τις χώρες του κόσμου. Μαθαίνεις γεωγραφία από τα στοιχεία που συνοδεύουν την εικόνα. Αξιωματικός/Χώρα: Μογγολία/Πρωτεύουσα: Ουλάν Μπατόρ/Πληθυσμός:… Δε σε πολυενδιαφέρει τι δείχνουν. Αν ολοκληρώσεις το άλμπουμ, κερδίζεις μια δερμάτινη μπάλα. Δεν την πήρες ποτέ. Έμεινε πάντα κενή η εικόνα εκείνου του αναθεματισμένου Ουσάρου/ Χώρα: Σοβιετική Ένωσις/Πρωτεύουσα: Μόσχα/ Πληθυσμός:…

Είσαι πέντε, δε σου πολυαρέσει να σου τσιμπάει το μάγουλο ο κύριος Τάκης του 3ου , όταν σε συναντά. Κάθε πρωί πηγαίνει στο καφενείο της γειτονιάς και κάθεται με τις ώρες. Είναι «δημοσογάφος». Πολύ αργότερα, θα μάθεις πως είναι ο ρουφιάνος της γειτονιάς και πως στο καφενείο, τα βράδια, στο πίσω καμαράκι παίζει μπαρμπούτι η Σωτηρία Μπέλλου. Ούτε σου πολυαρέσει να σου χαλάει τα μαλλιά, χαϊδεύοντάς τα ο κύριος Ν. του 4ου. Πολύ αργότερα θα τον δεις στη «δίκη των βασανιστών της ΕΑΤ-ΕΣΑ». Είναι ο βασανιστής με τα «λευκά χέρια». Αυτόν που θα βλέπει ο Σπύρος Μουστακλής και θα μουγκρίζει σαν θηρίο. Αλλά, τώρα είσαι πέντε.

Είσαι πέντε. Στους ώμους του πατέρα σου. Όλοι είναι όρθιοι και τραγουδούν. Και χειροκροτάνε. Στη μέση, άνθρωποι με πολύχρωμες στολές περνάνε μέσα από τον κόσμο σε μια μεγάλη ξύλινη εξέδρα. Πρώτη φορά βλέπεις τέτοιο «Τσίρκο». Δεν έχει ακροβάτες. Ούτε ζώα. Ούτε καταλαβαίνεις γιατί πολλοί κλαίνε, όταν ακούνε τον ωραίο κύριο με το μαύρο πουκάμισο και τη δυνατή φωνή. Πολύ αργότερα, θα καταλάβεις και θα τον τραγουδήσεις και θα κλάψεις, όταν «έφευγε» στο Αντικαρκινικό του Πειραιά, με μια βδομάδα διαφορά από τη θεία σου τη Χριστίνα, στον πάνω όροφο. Τώρα, όμως όχι. Απλώς χοροπηδάς χαρούμενος και χειροκροτάς.

Είσαι πέντε. Τις τελευταίες μέρες, η μάνα σου έχει μόνιμα κατεβασμένες τις γρίλιες και σου λέει να μη βγαίνεις στο μπαλκόνι. Στην απέναντι νησίδα, κόβει βόλτες ένας φαντάρος οπλισμένος. Από κολώνα σε κολώνα. Από πουλί σε πουλί. Κάποτε στρέφει και το όπλο προς τις διάφορες πολυκατοικίες και με νοήματα δείχνει σε κάποιον να μπει μέσα. Εσύ στο πάτωμα έχεις βγάλει τις μεγάλες χάρτινες συσκευασίες από τις χριστουγεννιάτικες σοκολάτες. Αυτές που μετακινείς χωριστά τα σώματα, τα κεφάλια και τα πόδια και φτιάχνεις δικά σου τέρατα. Αταίριαστα. Όμορφα.

Είσαι πέντε. Τις τελευταίες μέρες, το ραδιόφωνο –το καφέ Grundig πάνω στη σιφονιέρα της κρεβατοκάμαρας- παίζει κάποιες ώρες χαμηλόφωνα. Όχι εκείνα τα ωραία τραγούδια με τις θάλασσες, τα καράβια και τα χρώματα που σου αρέσουν. Δεν καταλαβαίνεις. Κάτι βραχνό, με πολλά παράσιτα. Στο σπίτι, όλοι είναι σοβαροί, αλλά χαρούμενοι. Ο πατέρας αργεί να γυρίσει από τη δουλειά κάθε απόγευμα. Ο κύριος Νίκος του 5ου μας επισκέπτεται όλο και πιο συχνά. Έχει ωραία μακριά κυματιστά μαλλιά και μιλά περίεργα, μουσικά, κουνώντας έντονα τα χέρια του: «Θα πέσει η χούντα. Να προσέχουμε τους φασίστες εδώ μέσα. Έχουν σκυλιάσει». Αλλά είσαι πέντε και δε σου εξηγούν.

Είσαι πέντε. Είναι Σάββατο. Βράδιασε. Ο πατέρας δεν έχει επιστρέψει ακόμη. Η μάνα σου κόβει ανήσυχη βόλτες σε όλο το σπίτι. Από το τηλέφωνο στο ραδιόφωνο και πάλι πίσω. Μονολογεί «Κάνιγγος, Χαλκοκονδύλη. Είναι δίπλα». Έχει κοιμίσει το μικρότερο αδερφό σου από ώρα. Είναι η πρώτη φορά που μένεις ξύπνιος μέχρι τόσο αργά μαζί της. Σχεδόν το διασκεδάζεις. Έχεις κάτσει στο κρεβάτι και παίζεις με το «Φωτεινό Παντογνώστη». Προσπαθείς να βρεις τη σωστή απάντηση να ανάψει το λαμπάκι. Να δείξεις πόσα ξέρεις. Ο πατέρας θα μπει ξημερώματα στο σπίτι. Αναμαλλιασμένος. Πολύ κουρασμένος. Με σκυμμένο κεφάλι. «Τους σκότωσαν», λέει και ξαναλέει. Νομίζεις πως ξέρεις, αλλά είσαι πέντε και δεν έχεις τη σωστή απάντηση.

Είσαι πέντε. Είναι Δευτέρα. Σφίγγεις στο χέρι σου ένα τάλιρο. Αυτό με τον Άη Γιώργη από τη μια και το πουλί από την άλλη. Σε έχει στείλει η μάνα σου στο φούρνο, να αγοράσεις ψωμί. Στέκεσαι σε μια σιωπηλή ουρά. Όλοι κοιτάνε τις μύτες των παπουτσιών τους. Μόνον κανα δυο πελάτες φωνάζουν δυνατά. «Καλά τους κάνανε. Τι θέλανε δηλαδή οι αλήτες;». Ένας φαντάρος διατηρεί την τάξη. Άγριος. Αυστηρός. Με τη λόγχη πάνω στο όπλο. Σε τρομάζει. Από κοντά, δεν είναι μολυβένιος. Δε μοιάζει με αυτούς που παίζεις. Ποτέ δεν έμοιαζε. Αλλά δεν το ήξερες. Είσαι μόνο πέντε. Κι έχεις καιρό να το μάθεις. Κι ακριβώς σαράντα χρόνια από τότε να θυμάσαι.




Υ.Γ. Το κείμενο είναι αντίδωρο σε κάποιους Νίκους που θυμάμαι πάντα. Κυρίως στον κυρ Νίκο του 5ου, το Νίκο Μαμαγκάκη, που μου φύλαγε τα χέρια και μου ‘δινε χαμογελαστός την ευχή «Να ζζίνεις ποιητής, κοπέλι μου». Δεν έγινα. Έχω καιρό να μάθω πώς.  




Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

#13 "As another brick..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Στην αρχή, φέρανε κάτι βαριές ασήκωτες πέτρες και τις ακούμπησαν πάνω στα στήθη μας, να μην μπορούμε να γυρνάμε πλευρό τις νύχτες και να ατενίζουμε μόνο την ανάσα μας, καθώς θρηνούσε με όμοιο ρυθμικό ρόγχο και για την Ιφιγένεια και για την ξηλωμένη γενιά που χάθηκε στον πόλεμο. Ύστερα, ήρθαν εργολάβοι και τις απαλλοτρίωσαν να ανοικοδομήσουν με αυτές τα ρημαγμένα τείχη της Τροίας ή τα στερεμένα στήθη της Εκάβης- δεν άκουσα καλά. Φυσούσε, όπως πάντα-μέσα μου.

Από εκείνη τη μέρα, μας έπιασε όλους μια μανία να κατασκευάζουμε τείχη παντού. Μια αγωνία αυτοεγκλεισμού. Μια πρόοδος συνόρων. Μια εξέλιξη διαχωρισμού. Και να τα μεσαιωνικά καστέλα, να εγκλωβίζεται η υγρασία της ψυχής μας σε λίθινες στενωπούς και να δραπετεύει μόνο φευγαλέα το μάτι από τις ντάπιες. Και να τα τεράστια Σινικά Τείχη, να διακρίνεται η απατηλή ματαιοδοξία μας από μακριά σε όλον το γαλαξία. Και να τα Τείχη των Δακρύων, να χτυπάμε τα κεφάλια μας από απελπισία και να χώνουμε ραβασάκια-προσευχές στις ρωγμές του κενού. Και να τα τσιμεντένια μπλοκ, να βυθίζεται η ζωή μας σε τόνους σκυροδέματος και να βαραίνει το γκρίζο σαν πρέσα που συμπιέζει τα πράγματα και τα διαλύει σε μια διαφορετική γεωγραφία του πόνου: Ανατολική και Δυτική Όχθη,  Βόρεια και Νότια Ζώνη, Ανατολικό και Δυτικό Μπλοκ, Πράσινη Γραμμή.

Έπειτα, αλλάξαμε υλικά και περιοχές: να φτηναίνει η ζωή κι ο θάνατος και να απλώνεται ο φόβος του Άλλου όλο και σε πιο μεγάλες περιοχές. Και να τα ηλεκτροφόρα σύρματα, οι νάρκες και οι φράχτες στο Μεξικό και τις Μεγάλες Πολιτείες της Αμερικής και στη Θέουτα και στην έρημο του Πακιστάν. Και να τα ανθρωπόμορφα φράγματα, οι ανθρωποφύλακες, όπου δε στέριωνε στο κορμί της θάλασσας τούβλο, σύρμα, σίδερο και ξύλο-σαν να λέμε στην πάλαι ποτέ mare nostum ή στα κύματα, όπου ένας απελπισμένος μυθικός πατέρας αυτοκτόνησε σε απώτατους καιρούς.

Κι όταν πια στέρεψαν οι μεγάλοι χώροι και όλη η γη σχεδόν είχε οριοθετηθεί, συνεχίσαμε την αγαπημένη μας συνήθεια τούβλο τούβλο και πέτρα πέτρα ανάμεσα στις πόλεις, τους ανθρώπους, τις φωνές, τις ιδέες τις ίδιες. Μην τολμήσει να αντισταθεί μια σαρκώδη λεμονιά στη γη της Παλαιστίνης, μην τολμήσει κανένας Κόνραντ Σούλμαν να πετάξει πάνω από τα συρματοπλέγματα με ένα άλμα ελευθερίας, μην ξεφύγει κανένα χρώμα, καμιά φωνή, κανένα άγγιγμα και μολύνει την εκάστοτε "καθαρότητα".

Στο τέλος, αρχίσαμε να χτίζουμε κι εντός μας. Με ό,τι τραύματα-τούβλα είχε ο καθένας μας. Και περιφερόμαστε πια, μοναχικά ανθρωπο-lego, μήπως και βρούμε το κομμάτι που θα μας συναρμόσει και θα μας δώσει πνοή. Μικροί ανθρώπινοι πλίνθοι με τουβλένια κεφάλια και ηλεκτροφόρα χέρια. 

Υ.Γ.: Όλοι, μάλλον, υποψιάζεστε αυτό


αλλά η αλήθεια βρίσκεται σε αυτό, αγάπες μου, αφού "I may make you feel but I can't make you think":




(Παράλληλα, να μια καλή ευκαιρία να ξαναδιαβάσουμε τους στίχους, οι οποίοι δεν περιέχονται όλοι σε αυτήν τη ζωντανή εκτέλεση: http://www.boudnik.org/~cos/music/JethroTull/Albums/ThickAsABrick-lyrics.html )

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

#12 "Dia de los muertos" [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Αντιγράφω τον Εδουάρδο Γκαλεάνο: " Στο Μεξικό, μια φορά το χρόνο, τη σημερινή ημέρα-στις 2 Νοέμβρη-, οι ζωντανοί προσκαλούν τους πεθαμένους να φάνε, να πιούνε, να χορέψουνε και να ενημερωθούν για τα καθέκαστα της γειτονιάς". Επισκέπτονται, λοιπόν, οι ζωντανοί τους τάφους και κάνουν ένα τρελό πανηγύρι που διαρκεί 4 μέρες. Πολλοί μεταμφιέζονται. Άλλοι καθαρίζουν τους τάφους και τους γεμίζουν φαναράκια και λουλούδια. Κάποιοι παίζουν και την παραδοσιακή πινιάτα πάνω από τα μνήματα. 
Αυτά στο Μεξικό. 
Σε άλλες χώρες-ακόμη και στη δική μας- άλλα.
Το πένθος, όταν εκφράζεται ατομικά ή έστω στο στενό πυρήνα μιας συγγένειας αίματος, έχει όμορφα έθιμα να βιώνεται. Ή να διαιωνίζεται από γενιά σε γενιά.
Τι συμβαίνει όμως με τις χώρες όταν πεθαίνουν; Γιατί καμιά φορά, μέσα στους αιώνες της πηχτής ιστορίας, και οι χώρες πεθαίνουν. Μη μου αναφέρετε το Δημητριάδη και το Σαραμάγκου. Αυτές είναι δυο θεωρήσεις μόνο, όχι η αλήθεια.
Τις επισκέπτεται κανείς; Τις προσκαλούν σε κάποιο γλέντι Ηνωμένων Πεθαμένων Χωρών; Χορεύουν; Κι αν ναι, τι χορούς; Πίνουν όλες μαζί κάπου; Κι αν ναι, πού; Ενημερώνονται για τα καθέκαστα; Ποιος κάθεται στο μνήμα τους και ποιες ιστορίες τους λέει; Ποιοι ήρθαν μετά από αυτές; Ποια έθιμα ακολουθούν και ποια γλώσσα μιλούν;
Εν πάση περιπτώσει, τέτοιου είδους ερωτήματα απασχολούν όσους ζουν σε μια ετοιμοθάνατη χώρα. Μάλλον. Πολύ περισσότερο, όταν έχουν ακολουθήσει το τελετουργικό με λανθασμένη σειρά. Πρώτα ήπιαν, μετά γλέντησαν, ύστερα χόρεψαν και στο τέλος έπαιξαν πινιάτα χτυπώντας με κάτι στειλιάρια το φουσκωμένο ασκό της εθνικής περηφάνειας. Και λούστηκαν έναν οχετό.
Τι κάνουν, τελικά, αυτοί που ζουν σε μια ετοιμοθάνατη χώρα; Ο Γκαλεάνο γράφει: " Και η μειονότητα των ζωντανών κάνει ό,τι μπορεί για να επιβιώσει".
Εγώ πάλι απλώνω μια μικρή μεξικάνικη κουβέρτα στον εθνικό μας καναπέ, όπου κοιμόμαστε βαθιά. 

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

#10 "Τα ξανθά αγγελούδια" [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Ας το παραδεχτούμε. Καθείς κουβαλά το δικό του σταυρό. Μικρό ή μεγάλο, δεν έχει σημασία. Για τον εαυτό του είναι μεγάλος. Τέλος. Το ζόρι του καθενός το σεβόμαστε. Απλά και τίμια. Σήμερα, θα σας μιλήσω για το δικό μου. "Μεγάλωσα" πολλά παιδιά ως δάσκαλος. Η μεγάλη μου αγωνία και ο μεγαλύτερος εφιάλτης ήταν να μεγαλώσω ένα δικό μου. Δεν το ήθελα ποτέ. Δεν το σκεφτόμουν. Ούτε καν ως αίσθηση αθανασίας.
Όταν με έπιασε αυτή η αίσθηση μεγαλείου, ήταν αργά. Είχα αρρωστήσει. Από καρκίνο. Κι επειδή η ζωή είναι μεγάλη πουτάνα, την πρώτη φορά που παραδέχτηκα πως κάτι περισσότερο με έδενε με τη γυναίκα δίπλα μου, συνέβη αυτό- μέσα μου. Κι εκεί είναι πολύ δύσκολο να τραγουδήσεις στον εαυτό σου και στη γυναίκα σου: I' m not the man I used to be. Κι είναι πιο δύσκολο να το παραδεχτείς -μη μου μιλάτε για ψυχοθεραπείες, τις έζησα.
Όποιος δεν έχει ζήσει το πανηγύρι της εξωσωματικής γονιμοποίησης, τα διλήμματα της υιοθέτησης μέσω των παράνομων κυκλωμάτων, την άτεγκτη νομοθεσία-με εξαιρέσεις- για τα ομόφυλα ζευγάρια, ας σωπάσει. Κάνετε πολύ θόρυβο κι οι ανάγκες των ανθρώπων αυτών είναι βουβές. Γιατί, απλώς, υπάρχουν τόσο αληθινοί άνθρωποι-όχι εγώ κατ' ανάγκη- που αξίζουν να είναι γονείς την ίδια ώρα που η μαλακισμένη κοινωνία μας προσπαθεί να ταυτοποιήσει "ξανθά αγγελούδια".


Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

#11 "Μια συμβουλή..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Έγραφε ο Τάσος Λειβαδίτης:

"Από ένα σωρό προσωπικές σκέψεις και περιπέτειες έφτασα σ' ένα συμπέρασμα και πάνω σ' αυτό θα ήθελα να δώσω μία συμβουλή σε όλους τους νέους που ονειρεύονται τη δόξα ενός αληθινού συγγραφέα. Μόλις τελειώσετε, συν Θεώ, το πρώτο σας κείμενο, κατεβείτε κάτω στην αποθήκη και κρεμαστείτε..."


Υπερβολές. Κοιτάξτε γύρω σας πόσοι περαστικοί κι αμίλητοι... 


Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

#9 "Της Επετείου..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Όταν σβήνει ο ρυθμικός βηματισμός των παρελάσεων, βγαίνει χωλαίνοντας από κάποιο στενό στους μεγάλους δρόμους της πολιτείας ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης. Κουβαλά μέσα του τη μεγάλη εγκατάλειψη της ωραίας Μελισσάνθης 
-"αν πάψω να σε δω, θα βλέπω το τίποτε μπροστά μου...", της γράφει-
φοράει τη χλαίνη του, στη φόδρα έχει γράψει το όνομά της, στις τσέπες του έχει σκόρπια χαρτιά από ανολοκλήρωτα ποιήματα, στο χέρι βαστά το φύλλο πορείας για την πρώτη γραμμή του Μετώπου, δεν παρακάλεσε, τον φρόντισαν οι "φίλοι" του αστοί από το Κολωνάκι, κρατώντας τους δικούς τους στα γραφεία, εκείνος τελειωμένος ήταν, φθισικός, αδύναμος, τσακισμένος, δε βαριέσαι, εθνική ομοψυχία, να μπει στο τρένο τραγουδώντας, να τσακίσει το φασισμό -να' χουμε να γιορτάζουμε.

Όταν σβήνει ο βόμβος των επιδειξιμανών μαχητικών στον αέρα, βγαίνει χωλαίνοντας μέσα από την ομίχλη της πολιτείας ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης. Είναι ώρα να κάνει-ως συνήθως- το σκληρό νυχτερινό νούμερο στη σκοπιά, τον στέλνουν οι "συμπολεμιστές" του στη θέση τους, αυτοί που του κλέβουν τις κάλτσες και τις φανέλες, του κρύβουν τα άρβυλα, εκείνος τελειωμένος ήταν, αδύναμος, τσακισμένος, δε βαριέσαι, εθνική ομοψυχία και έπος του '40 και η "κάλτσα του στρατιώτη" και ήρωες στα βουνά της Αλβανίας -να 'χουμε να γιορτάζουμε.

Όταν σβήνει ο ήχος από τα εθνικά εμβατήρια, εγώ βλέπω τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, λίγους μήνες μετά, Φλεβάρη του '41, σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου, στα Γιάννινα, κατάκοιτο, να σβήνει από τον τύφο. Στο πλάι του, η ωραία Μελισσάνθη, πολύ πριν γίνει "εποχή", πολύ πριν αφεθεί ως "Γυναίκα με τα Μαύρα" στο δικό της πένθος και τη δική της αγωνιώδη μοναξιά, εκείνος θα πεθάνει, τελειωμένος ήταν, αδύναμος, τσακισμένος, ένας "τεμπέλης του σπιτιού", δε βαριέσαι, άλλοι πήραν τα παράσημα, η Πατρίς εθριάμβευσε ξανά, απλώνονται οι σημαίες στα μπαλκόνια, οι Έλληνες ενωμένοι κάνουν θαύματα κι "Αέρα!"- να 'χουμε να γιορτάζουμε.

Όταν σβήνει η φωνή από τα στρατιωτικά παραγγέλματα, παίρνω αγκαζέ τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη και τη Στέλλα-Μελίνα και βγαίνουμε στα Προπύλαια μια βροχερή πάντα 28η Οκτώβρη, μάλλον του 1955,να θαυμάσουμε το Στράτο σημαιοφόρο και ωραία κορμιά. Κυρίως, να γιορτάσουμε τον έρωτα και τη ζωή πριν από το φονικό, να ακυρώσουμε την ομοιομορφία των παρελάσεων και τα παρόμοια που δίνουν ένα στρατιωτικό βάδισμα στη ζωή. Για το κέφι μας. Γιατί "οξειδώνονται στη νοτιά των ανθρώπων" μόνον όσοι κουβαλούν μέταλλο ψυχής. Για να μην αλλάξουμε, κατά πως οι εξουσίες θέλουν. Και να φωνάξουμε: "Και τι είμαι εγώ για να μ' αλλάζουν, βρε αδερφέ; Γραμμόφωνο;"(στη 1h 14' κ.ε) Έστω κι αν αυτό πληρώνεται με αίμα.


Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

#8 "Το φως πάντα μια νέα τυραννία" [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Σήμερα, στις 5.15 ακριβώς το απόγευμα, ενός συνηθισμένου-σχεδόν καλοκαιρινού- αττικού Οκτώβρη, αισθάνθηκα αυτό που είμαι: βαθιά αναλφάβητος. Εξηγούμαι: σώρευσα μέσα μου τόσες λέξεις κι όμως δε βρίσκω αυτές που θα μπορούσαν να απεικονίσουν ό,τι συνιστά τη βαθύτερη ουσία αυτής της πόλης. Και το λέω απλά. Είναι ο ουρανός. Το φως. Η διαύγεια. Τα άλλα έπονται. Ή συμπληρώνουν.  Ή ακυρώνονται. Να το πω διαφορετικά: ξέρω πια τι σημαίνει και γιατί γεννήθηκε εδώ το αρχαϊκό μειδίαμα. Με μια κάποια περηφάνια για την όμορφη τυχαιότητα.

Υ.Γ.: Πόσο έντιμη η σημαία της Ουρουγουάης που έχει ένα παιχνιδιάρη ήλιο αντί για σταυρό... 
  

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

#7 "Εμιγκρέκ..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

θα έχεις τα μαλλιά σου κοντό καρέ όπως η Καρίνα σε κείνη την ταινία/ θα φοράς μια μαρινιέρα /θα αφήνει ακάλυπτο τον ώμο σου/ κατά προτίμηση τον αριστερό/ θα ρίχνεις τυχαίες πλάγιες ματιές/ εγώ θα περπατώ πίσω σου/ σιωπηλός θα προσέχω το λίκνισμα αυτό που θα κάνει τα πλακόστρωτα να χάνουν τη γεωμετρία τους/ θα έχω τα χέρια στις τσέπες άχρηστα/ θα δείχνεις/ θα ρωτάς/ θα εξηγώ ή μάλλον θα φτιάχνω ερμηνείες
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα σταθούμε πάνω σε γέφυρες πετώντας πετραδάκια στα μπατώ μους/ θα παίζουμε ώρες αυτό το παιχνίδι υπολογίζοντας τη βαρύτητα του σώματος και το χρόνο που απαιτεί η πτώση-τα βασικά φιλοσοφικά ερωτήματα δηλαδή/ θα κατεβαίνουμε στις όχθες του Σηκουάνα από την πλευρά που πλένουν τα τενεκέδια τους οι τελευταίοι κλοσάρ/ θα πίνουμε δυο γουλιές ξινισμένο κρασί από το ίδιο μπουκάλι/ θα σου σκουπίζω με την ανάστροφη τα χείλη/ θα σου ισιώνω μια φράτζα που έπεσε στα μάτια
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα χαράζουμε σε κορμούς φιλύρας κάποιες λέξεις ή αρχικά/ θα γίνουν όνομα ενός χιπ χοπ συγκροτήματος αργότερα ή συνθηματικό μιας παρέας/ θα ξύσουμε με τον ίδιο σουγιά το βρώμικο χρώμα από τους φανοστάτες/ θα βρούμε τι κρύβεται κάτω από τον αστικό εξωραϊσμό/ θα ζωγραφίζουμε χαμόγελα στα παρκόμετρα/ θα στεκόμαστε πάνω από σχαριέρες εξαερισμού του μετρό/ θα είναι η μόνη ζεστασιά που μας επιτρέπεται
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα χωνόμαστε σε άθλια μπιστρό με παλιά δερμάτινα καθίσματα/ θα ανοίγουμε ανάμεσά μας μια μικρή τρύπα να βγάλουμε μια τούφα παραγέμισμα για ενθύμιο/ θα μοιραζόμαστε μια μπαγκέτα στα δύο/ εσύ θα πίνεις κι ένα καφέ/ εγώ θα μαζεύω με το δείκτη κρυστάλλους ζάχαρης γύρω από τη ζαχαριέρα/ θα τους ρίχνω στο τασάκι προσεκτικά/ ύστερα θα ανάβω ένα σπίρτο/ να δούμε πώς μυρίζει η γλυκύτητα όταν πυρπολείται
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα πλανηθούμε σε όλες τις στάσεις του μετρό/ ανάκατα Γκαρ ντε λ Εστ, Σαιν Λαζάρ Οντεόν/ θα επινοήσουμε αυτές που λείπουν/ δε θα βγάλουμε πολαρόιντ στους θαλάμους φωτογραφιών/ θα μείνει τελευταία ανάμνηση η φωτομετρική του διαβατηρίου/ θα αγοράσουμε κάρτες αναμνηστικές/ θα γράψουμε τουριστικές ευχές/ δε θα τις ταχυδρομήσουμε ποτέ/ θα τις αφήσουμε ανάθημα στους πλανόδιους οργανοπαίχτες
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα ανεβούμε μεσημέρι στη Μονμάρτη με πλάγια βήματα σαν παιδικό παιχνίδι/ θα μπούμε στο πρώτο εστιατόριο/ θα παραγγείλουμε το πιάτο ημέρας για δύο/ θα το φάμε άπληστα/ με τα τελευταία μας ψιλά θα αγοράσουμε ένα πορτρέτο κάποιου άγνωστου από τα απούλητα ενός καλλιτέχνη του δρόμου/ θα το βάλουμε στον καθρέφτη του μπάνιου/ θα κολλάει εκεί το βλέμμα και θα ξεχνάμε το πρόσωπό μας
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα τρέχουμε όλη τη ριβ γκος/ θα σταματάμε να πάρουμε την ανάσα μας μπροστά σε προθήκες παλαιοπωλείων/ θα μπαίνουμε σε παλιά βιβλιοπωλεία/ θα κλέβω βιβλία/ δε θα τα διαβάζουμε/ θα τα σκίζουμε το βράδυ τελετουργικά και θα τα καίμε σε ένα τσίγκινο λαβομάνο στο δωμάτιο/ θα γεμίζει η νύχτα μας καμμένη σάρκα Ρεμπό Μποντλέρ Λοτρεαμόν Σαρτρ
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα μένουμε σε μια σοφίτα εγκαταλελειμμένη/ θα έχει μόνο ένα στρώμα ένα τραπέζι ένα από όλα τα βασικά ίσως ένα παράθυρο/ θα μυρίζει μούχλα από την υγρασία στις ταπετσαρίες/ θα έχει μια αποσμαλτωμένη μπανιέρα/ θα τυλίγεις το κορμί σου με ένα χοντρό πάπλωμα/ θα φοράω ίσως μόνον εκείνο το μαύρο καβουράκι του Πικολί από την "Περιφρόνηση"/  θα μπαίνουμε κρυφά
θα είμαστε εμιγκρέδες 
θα ξεκουράζεσαι/ θα κάνεις ό,τι σου αρέσει/ θα σε φροντίζω εγώ-όχι άλλο εσύ/ θα δουλέψω τα χέρια μου/ οδοκαθαριστής μπογιατζής λατζέρης/ θα δουλέψω μηχανικά σκλάβος δούλος ζώο/ θα πουλήσω μόνο το κορμί μου/ θα αγοράσουμε ένα πικάπ βαλιτσάκι για σαρανταπεντάρια βινύλια/ θα καλύπτουμε τη μυρωδιά με μουσικές/ Μπρελ Πιαφ Αρντί Ζιλιετγκρεκό Φρανσγκάλ Γκενσμπούργκ
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα σου μαθαίνω τη γλώσσα με το δικό μου τρόπο/ γιατί η μητέρα και η θάλασσα έχουν την ίδια ρίζα/ ή γιατί το καλοκαίρι υπήρξε/ ύστερα θα επαναλαμβάνουμε τα φωνήεντα και τις αποχρώσεις τους όταν/ θα με σκεπάζεις με έρωτα και θα σκάβουμε τα κορμιά μας/ θα γεμίζει το δωμάτιο με αξάν γκραβ και σύμφωνα σιωπηλά
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα πηγαίνουμε τις Κυριακές στους μεγάλους κήπους-κατά προτίμηση του Λουξεμβούργου/ θα χαζεύουμε αλέες αγάλματα συντριβάνια ταμπέλες δρόμων προσόψεις κτιρίων/ δε θα πάμε σε μουσεία και αξιοθέατα/ δε θα σε ανεβάσω στον πύργο του Άιφελ-όχι αγναντέματα από ψηλά στην ξένη/ δε θα περάσουμε την Αψίδα του Θριάμβου-όχι άλλοι θρίαμβοι/ δε θα περιηγηθούμε το Λούβρο-δική τους η Νίκη κι η ανάπηρη Αφροδίτη/ δε θα βαδίσουμε τα Ηλύσια Πεδία-έχουμε καιρό/
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα ανεβούμε μόνο στην ταράτσα της Γκαλερί Λαφαγιέτ/ θα περάσουμε γρήγορα χωρίς να σταθούμε όλους τους ορόφους/ θα κάνουμε ένα τσιγάρο έχοντας την ψευδαίσθηση πως βάλαμε κάποια στιγμή τον καπιταλισμό και την κατανάλωση από κάτω μας/ θα προσπαθήσουμε να σηκώσουμε στις μεσόγειες πλάτες μας το βαρύ ουρανό της κεντρικής Ευρώπης
θα είμαστε μετανάστες-όπως τόσοι άλλοι, αγάπη μου, μη σε κοροϊδεύω πως τάχα είμαστε εμιγκρέδες 
Τα μεσάνυχτα, όμως, πάντα θα περνάει για μας η "άμαξα-κολοκύθα" του Γούντι Άλλεν/ δε θα μας ταξιδεύει στο παρελθόν της πόλης τούτης
κοίτα είμαστε ήδη σε ένα μπαλκόνι-κουπαστή στο Θερμαϊκό