Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

είναι δουλειά;

// απόσπασμα από το βιβλίο του Λένου Χρηστίδη "τα χαστουκόψαρα" // 

Θυμάμαι μια ιστορία που μου είχε πει ο Γιώργης, ένας φίλος, κάπου. Ήτανε μια φορά τρεις τύποι με μούσια και μαλλούρες ως τα γόνατα και η γκόμενα του ενός, μια Ιταλίδα ονόματι Πάολα, μέσα σ’ ένα Mini Cooper και πηγαίνανε εκδρομή. Η Πάολα οδηγούσε, ένας μαντράχαλος δίπλα της και δύο μαντράχαλοι πίσω. Τώρα, κάπου, σε κάποιο σταθμό χωροφυλακής, πέφτει ένα σήμα ότι κάποια Πάολα, Ιταλίδα, ξέρω γω, έχει δοσοληψίες και πάρε δώσε και νταραβέρια και δεν-ξέρω-γω-τι και ότι πιάστε την. Και γίνεται μπλόκο. Και σταματάει το Mini. Και κατεβαίνει ο αρχιχωροφύλακας της περιοχής μ’ ένα φακό. Βράδυ. Και φωτίζει τα πρόσωπα των επιβατών. Είπαμε: τρία αρχιφρικιά και μία κοπέλα. Και ρωτάει: «ποιός από σας είναι η Πάολα;» Σιγή. Κι ένας απ’ τους μουσάτους λέει με ψιλή φωνή: «Εγώ».
Δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω να πω μ’ αυτό, όμως όποτε βλέπω μπάτσο αυτό θυμάμαι. Έναν τύπο που βλέπει τρεις πιθήκους και μία κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά και ρωτάει ποια είναι η Πάολα. Δηλαδή ποια ήθελες να ‘ναι; Ο Νεάτερνταλ ή ο Χόμο Σάπιος; Τέσσερα άτομα, τρία με μούσια, ένα γλυκό μουτράκι. Εσύ ποια λες να είναι η Πάολα;

(..)


Δεν ξέρω πολλές φορές το σκέφτομαι, ότι εντάξει, άνθρωποι είναι κι αυτοί, ένα μισθό παίρνουν και τα ρέστα. Στ’ αρχίδια μου. Να βρουν άλλη δουλειά. Και σιγά το μισθό. Δουλειά, να βαράς τον άλλον είναι δουλειά; Δεν είναι. Είναι εκδίκηση. Η εκδίκηση του τίποτα. Έτσι λέω εγώ και με λένε Μανόλη. 

// απόσπασμα από "Τα χαστουκόψαρα", του Λένου Χρηστίδη. εκδόσεις Καστανιώτη //

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

σχετικά με τους Δακοκτόνους

// απόσπασμα απ’ το κείμενο του Χρήστου Βακαλόπουλου, κολύμπι σε βαθιά νερά //

Στο Καζαβήτι της Θάσου ο πιο παράξενος έλληνας τραγουδιστής, ο Αργύρης Μπακιρτζής, αρχιτέκτων της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Καβάλας, μέλος του μυστηριώδους συγκροτήματος Χειμερινοί Κολυμβητές, που δεν έχει εμφανιστεί ποτέ στην τηλεόραση, ενώ τραγούδια του επανεκτελούνται ασύστολα και χωρίς άδεια από διάφορους Νταλάρες, στο Καζαβήτι λοιπόν ο Μπακιρτζής συναντάει τον ντόπιο ογδοντάχρονο συνθέτη Σταύρο Καραμανιώλα, έναν άνθρωπο που γράφει τραγούδια από το 1926 χωρίς να έχει κάνει ποτέ του δίσκο. Αποτέλεσμα; Οι Δακοκτόνοι. Ο «Ποδηλατιστής», γραμμένος το 1926, αναφωνεί: «Έχω αντοχή στα πόδια μου και στο τιμόνι βάση / γι’ αυτό και βάζω στοίχημα, αν κάποιος με περάει». Οι «Δακοκτόνοι», του 1960, καταγγέλλουν τη δακοκτονία ως οικολογικό έγκλημα, οι «Μεγάλοι παλαιοί», του 1929, είναι ένα μνημόσυνο στους συχωριανούς του Σταύρου που δεν παντρέυτηκαν, το «Ψες το βράδυ», μια βόλτα με το αστικό λεωφορείο στη διαδρομή της παραλίας. Μια απίστευτη ποικιλία θεμάτων και τρόπων συνθέτουν αυτά τα τραγούδια, η ίδια εκείνη ποικιλία που αποτελεί το ψηφιδωτό της καθημερινής ζωής. Η διάθεση αυτών των κομματιών είναι λυπημένη και περιπαικτική και η ελευθερία τους τεράστια. Η αξία τους βρίσκεται στην εντελώς χαλαρή κατάσταση μέσα στην οποία δημιουργήθηκαν, την ανάγκη να απευθύνεις το τραγούδι σου σ’ ένα συγκεκριμένο πρόσωπο κι όχι σε κάποιοι αφηρημένο κοινό που φαντάζεσαι ήσυχος ή ανήσυχος (αλλά τι διαφορά έχει;) στα γραφεία της εταιρείας ή στο στούντιο. Σ’ ένα τραγούδι, που περιλαμβάνεται μόνο στο CD, ο μπαρμπα-Σταύρος τραγουδάει στο σκιτσογράφο Γιώργο Ακοκκαλίδη «μα το δικό σου το σουξέ είναι η αποτυχία». Είναι φανερό ότι αυτός ο στίχος που αφορά τους πάντες δεν γράφεται αν δεν υπάρχει ο προνομιούχος ακροατής του. Μ’ άλλα λόγια, αληθινά τραγούδια είναι εκείνα που καθρεφτίζουν μια ιδιαιτερότητα κι όχι εκείνα που κυνηγούν με στατιστικά δεδομένα (λίγος αμανές, λίγο ροκ, λίγος Μικρούτσικος, λίγο σαξόφωνο) μια ηλίθια αντιπροσωπευτικότητα.
Απ’ αυτή την άποψη, οι ερασιτέχνες Χειμερινοί Κολυμβητές, ο αρχιτέκτων Α. Μπακιρτζής και ο ογδοντάχρονος Σ. Καραμανιώλας στέκουν μοναχοί, σχεδόν σιωπηλοί, χωρίς τηλεοπτική εικόνα, με τρεις δίσκους – διαμάντια κι ελάχιστες αλλά ζουμερές συναυλίες. Στα τραγούδια τους ανακατεύονται όλα τα ακουστικά όργανα που τείνουν να περιφρονηθούν και οι μελωδίες τους, ανάλαφρες σαν αεράκι, μοιάζουν να έρχονται στ’ αυτιά μας κατά κύματα από κάποια αόρατη μπάντα που παίζει στο βάθος του δρόμου. «Σαν άξαφνα ώρα μεσάνυχτα, ακουσθεί/ αόρατος θίασος να περνά, / με μουσικές εξαίσιες, με φωνές - ». Τότε λοιπόν αποχαιρέτα την την Ελλάδα που χάνεις και ανανέωνε κρυφά το ραντεβού με την Ελλάδα που επιμένει.

Ιστός, τ.3, Φεβρ. ‘92

// Η ονειρική υφή της πραγματικότητας, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, επιμέλεια: Κ. Λιβιεράτος //

abstract taken from a review of a 1991 album of the band Χειμερινοί Κολυμβητές 
by Ch. Vakalopoulos

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

..να πνίγει κάθε γνήσια απόλαυση

// απόσπασμα απ’το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη, η άνοδος της ασημαντότητας //

(..) Υπάρχει αυτή η γενικευμένη ψευδοσυναίνεση, η κριτική και το επάγγελμα του διανοούμενου είναι ενσωματωμένα στο σύστημα πολύ περισσότερο απ’ ότι παλιά και με τρόπο πιο έντονο. Όλα λειτουργούν με διαμεσολαβήσεις, τα δίκτυα της συνενοχής είναι σχεδόν παντοδύναμα. Οι φωνές που δεν ευθυγραμμίζονται ή που διαφωνούν δεν πνίγονται από τη λογοκρισία ή από εκδότες που δεν τολμούν πια να τις δημοσιεύσουν. Πνίγονται από τη γενική εμπορευματοποίηση. Οι ανατρεπτικές ιδέες συμφύρονται με το συρφετό όλων όσα παράγονται και διαδίδονται. Το πρώτο πράγμα που λένε για να διαφημίσουν ένα βιβλίο είναι ότι «πρόκειται για ένα βιβλίο που θα φέρνει επανάσταση στον χώρο του» - όπως λέγεται επίσης ότι τα ζυμαρικά Πανζανί έφεραν επανάσταση στη μαγειρική. Η λέξη «επαναστατικός», όπως και οι λέξεις «δημιουργία» ή «φαντασία», έχει γίνει διαφημιστικό σλόγκαν. Έχουμε δηλαδή αυτό που ονόμαζαν πριν από μερικά χρόνια récupération [επανοικειοποίηση]. Η περιθωριακότητα γίνεται κάτι το επιδιωκόμενο, το κεντρικό, και οι ανατρεπτικές ιδέες είναι ένα ενδιαφέρον αξιοπερίεργο που συμπληρώνει την αρμονία του συστήματος. Η σημερινή κοινωνία έχει μια φοβερή ικανότητα να πνίγει κάθε γνήσια απόλαυση, είτε αποσιωπώντας την είτε καθιστώντας την ένα φαινόμενο ανάμεσα στ’ άλλα, που πλασάρεται στην αγορά όπως και τ’ άλλα.

// Η άνοδος της ασημαντότητας, εκδ. Ύψιλον, μτφρ: Κ. Κουρεμένος //

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

μια αλλαγή πολιτισμού συντελείται μπροστά στα μάτια σας

// απόσπασμα από το βιβλίο «Γράμμα στα παιδιά μου και στα παιδιά του κόσμου που έρχεται» του Raoul Vaneigem //

Είχατε το προνόμιο να γεννηθείτε σε μια κρίσιμη εποχή της ιστορίας. Μια εποχή όπου όλα αλλάζουν, όπου τίποτα πλέον δεν θα είναι όπως πριν.
Η τύχη είναι εξαιρετική, η περίσταση επίφοβη. Γιατί όσο ευεργετική κι αν προαναγγέλεται, κάθε αλλαγή υπόκειται σε αβεβαιότητες, δισταγμούς, αδεξιότητες. Ο εύθραυστος χαρακτήρας της την εκθέτει σε συγχύσεις που μπορεί να αλλοιώσουν την αξία της.
Τους ώμους σας βαραίνει ακόμη το φορτίο ενός απάνθρωπου παρελθόντος. Απ’ αυτό το παρελθόν, δεν πιστεύω ότι είμαι ο μόνος που θέλει να απαλλαγεί. Στον ανελέητο πόλεμο που μαίνεται ανάμεσα στο παλιό και το νέο, εσείς ξεπροβάλλετε καταμεσής του πεδίου της μάχης.
Ένας πολιτισμός καταρρέει, ένας άλλος γεννιέται. Στη δυστυχία της κληρονομιάς ενός ερειπωμένου πλανήτη προστίθεται μια ασύγκριτη ευτυχία: η παρακολούθηση της αργής ανάδυσης μιας κοινωνίας που όμοιά της δεν γνώρισε ποτέ η ιστορία – εκτός αν η ελπίδα, που τρέφουν χιλιάδες γενιές, να διαγάγουν μια μέρα μιαν ύπαρξη αντάξια ενός ανθρώπινου όντος, μιαν ύπαρξη που θα είναι επιτέλους απαλλαγμένη από την εξαθλίωση, τη βαρβαρότητα και το φόβο, είναι μια τρελή ελπίδα.
Απελπιζόμασταν περιμένοντας πάντοτε αυτό που συνήθως θεωρείτο χίμαιρα ή ουτοπία, και να που η πραγματικότητά της υλοποιείται στο εξής μπροστά στα μάτια μας.
Μια νέα κοινωνία αναφαίνεται σιγά σιγά μέσα απ’ την ομίχλη. Ακόμη δεν είναι παρά ένα πρόπλασμα όπου οι καλύτερες προθέσεις συμβαδίζουν με τις χειρότερες. Δεν είναι μόνο ότι βρίσκεστε μπροστά σε μια άμορφη μάζα από την οποία μπορείτε να δημιουργήσετε ένα ζωντανό και αρμονικό γλυπτό. Αποτελείτε τμήμα της.

// «Γράμμα στα παιδιά μου και στα παιδιά του κόσμου που έρχεται», Raoul Vaneigem, εκδόσεις των ξένων, μτφρ: Εύη Παπακωνσταντίνου //


abstract from Raoul Vaneigem ’ s Lettre à mes enfants et aux enfants du monde à venir” . About the struggle between the old and the new world and the feeling of living in interesting times. 

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

το χιόνι κατέβηκε στη θάλασσα

Οι Ματατζήδες στις γωνίες των δρόμων είναι τα σκιάχτρα στο αμπέλι της πόλης.
(..)
Πολλοί πιστεύουν ότι οι άνθρωποι εκπαιδεύουν τους σκύλους. Στην Αθήνα ισχύει το αντίθετο, οι σκύλοι εκπαιδεύουν τους ανθρώπους, τους μαθαίνουν να περπατούν στην πόλη ξανά και να μιλούν με αγνώστους.
(..)
Πρώτη φορά βρεθήκαμε άτομα με μάσκες θαλάσσης και μάσκες του σκι στον ίδιο τόπο. Το χιόνι κατέβηκε ως τη θάλασσα εκείνη την ημέρα, αλλά το βουνό παρέμεινε στη θέση του. (Σύνταγμα, 29/6/2011)

// αποσπάσματα από το βιβλιαράκι με τίτλο CTAΛΚER που κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2011 στην Αθήνα. [ Words: totentanz forms: pim ] //

Excerpted from CTAΛΚER (Athens, October 2011). CTAΛΚER is a booklet exploring urban life, immigrants and protests.

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

το μόνο κακό


// απόσπασμα από το βιβλίο "Αναρχισμός, πως άρχισαν όλα" των Μ.Μάγιερ και Σανγιού //

Ο Μαλατέστα ήταν άνθρωπος της δράσης, γι'αυτό και άφησε μόνο σκόρπια γραφτά. Σ' ένα απ' αυτά μιλάει για την αγάπη στην αναρχική κοινωνία: "Ας εξαφανίσουμε την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, ας πολεμήσουμε τη βάρβαρη στάση του αρσενικού, που πιστεύει ότι είναι ιδιοκτήτης του θηλυκού, ας πολεμήσουμε τις θρησκευτικές και τις κοινωνικές προκαταλήψεις, ας εξασφαλίσουμε για όλους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά την ευημερία και την ελευθερία, οπότε το μόνο κακό που θα μας μένει να διορθώσουμε θα είναι το πάθος του έρωτα"

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

σχετικά με τον Μπρεχτ

// απόσπασμα απ’το βιβλίο της Χάννα Αρέντ, Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς //

(..) Αυτόν που τον διαφοροποιούσε (σ.σ. τον Μπρεχτ) ήταν το γεγονός ότι αντιλήφθηκε πόσο θανάσιμα γελοίο θα ήταν να μετρά τον κατακλυσμό των γεγονότων με τον γνώμονα των ατομικών φιλοδοξιών – ν’ αντιμετωπίζει, λόγου χάρη, την διεθνή καταστροφική ανεργία με την επιθυμία να κάνει καριέρα και με σκέψεις για την ατομική επιτυχία ή αποτυχία, ή ν’ αντιμετωπίζει την συμφορά του πολέμου με το ιδεώδες μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, ή να πηγαίνει στην εξορία, όπως τόσοι και τόσοι συνάδελφοί του, με παράπονα για την χαμένη δόξα ή για μια τσακισμένη ζωή. Δεν έχει μείνει ούτε ίχνος συναισθηματισμού στον ωραίο και ακριβή ορισμό του πρόσφυγα απ’ τον Μπρεχτ: «Ein Bote des Unglucks» (άγγελος κακών ειδήσεων). Το άγγελμα του αγγέλου, βέβαια, δεν αφορά στον ίδιον. Αυτό, που κουβαλούσαν μαζί τους οι πρόσφυγες από χώρα σε χώρα και από ήπειρο σε ήπειρο – «αλλάζοντας χώρες συχνότερα από παπούτσια» - δεν ήταν απλώς οι δυστυχίες τους, αλλά η δυστυχία ολόκληρου του κόσμου. (..)

 // Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς, εκδ. Νησίδες, μτφρ: Β. Τομανάς //

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

υπαρξιακός αθεϊσμός

// απόσπασμα από το βιβλίο του Σ. Ζουμπουλάκη, "Η αδερφή μου" (εκδ. Πόλις) //

Aπό τότε μέχρι σήμερα, η μόνη έξοδος από την πίστη έναντι της οποίας στέκομαι με απόλυτο σεβασμό είναι ακριβώς αυτή, όταν δηλαδή ο πιστός δεν μπορεί να συμφιλιώσει μέσα του τον πόνο του αθώου με το έλεος του Θεού. Αυτός είναι ο κατεξοχήν θεολογικός λόγος εξόδου. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και η πνευματική σημασία του αθεϊσμού, ενός υπαρξιακού αθεϊσμού: υπερασπίζεται τελικά έναν Θεό ελέους, έναν Θεό ταυτισμένο με το αγαθό.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

εξομολόγηση ομαδική

// απόσπασμα από το βιβλίο του Ρένου Αποστολίδη – Πυραμίδα 67 //

(..) Η χώρα τούτη ολάκερη, μια ολόκληρη τριετία, τραγούδησε ένα τραγούδι, το ίδιο και πάλι το ίδιο, μ’ επιμονή, με άφατο πόνο, με σπαραγμό και δάκρυα σ’ όλα τα μάτια: Κάποιο απλό, λαϊκό, σερέτικο.

Στα σκοτεινά μπουντρούμια των απομονωτηρίων, τα δάκρυα έσταζαν▪ στους καταυλισμούς των λόχων, τα δάκρυα έσταζαν▪ στα υψώματα πάνω, τα δάκρυα έσταζαν▪ στους θαλάμους των νοσοκομείων, τα δάκρυα έσταζαν. Στρατιώτες κλαίγαν, κλαίγαν αντάρτες, εξόριστοι, άμαχοι, άνθρωποι των πόλεων! (..) όλοι έκλαιγαν!.. Κι όταν στις ταβέρνες σηκωνόταν άξαφνα κάποιος να το χορέψει, δέος τους κατείχε όλους – εξομολόγηση ομαδική!

Το απαγόρεψαν, το κυνήγησαν – διάταξαν πια να μην παίζεται, να μην ακούγεται πια, στόμα που φοράει χακί να μην το τραγουδήσει, στόμα κανένα να μην το ξαναπεί! Μα εκείνο ανίκητο. Σ’ όλα τα στόματα είχε κολλήσει, σ’ όλα τα αφτιά είχε βιδωθεί, μ’ όλους τους ήχους είχε δεθεί – μ’ όλους τους χτύπους, μ’ όλες τις καρδιές! (..) μια ολάκερη χώρα, με δαύτο τα λεγε όλα: την κούρασή της, την οδύνη, την απόγνωσή της! (..) Δεν υποστήριζε ιδέες, δεν αμφισβητούσε πίστεις, δεν έκανε θεωρία. Μόνο έλεγε πως μ’ όλα αυτά που κάνετε, που κάνετε όλοι σας, τόσο άσπλαχνα όλοι σας…

Στα όσα πράξατε, ο λαός αυτός, σοφότερός σας, πολύ ανθρωπινότερός σας, δε σας αντέτασσε τα όπλα, που όλοι του βάζατε στα χέρια, παρά ένα τραγούδι, έναν πόνο – τον πιο βαθύ του ανθρώπου! Δεν σας έλεγε να πάτε να πεθάνετε – καθώς τον στέλνατε εσείς. Σας θύμιζε μόνο τη μάνα σας, τη δικιά σας τη μάνα, που όμοια και για σας θα πονούσε, όσο ένοχοι κι αν είσαστε!.. Πάνω στα υψώματα, απ’ τα μεγάφωνα των Μονάδων, που ήταν στημένα για την προπαγάνδα, κι απ’ τα χωριά τ’ αντάρτικα, που ήταν για τη «διαφώτιση», τρία ολάκερα χρόνια, σαν τελειώναν τα διαταγμένα λόγια τους οι «επίτροποι» και οι «Α2», τραγουδούσαν οι άλλοι το ίδιο τραγούδι:



Κάθε νύχτα το ίδιο - πονεμένο, αληθινό, κλαμένο… Χείλια που δε λέγαν ψέματα, που δεν κάναν προπαγάνδα, μήτε διαφώτιση, σαν το εμπιστεύονταν στους αντικρινούς «εχθρούς»!... Και κάθε μέρα το αίμα πάλι εξαιτίας σας…

// Ρ. Αποστολίδης - Πυραμίδα 67 , εκδ. βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ //

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

στο θέατρο είναι όλοι πούστηδες

// απόσπασμα από το βιβλίο του Περ. Κοροβέση, "Ανθρωποφύλακες" //

Στον δρόμο τα παιδιά κάνανε χιούμορ. Όπου το χιούμορ δεν ήταν αποτελεσματικό, μια φάπα ή μια κλωτσιά το δυνάμωνε. Αυτό έβγαζε πάντα γέλιο. Τα αστεία των παιδιών:
"Πάει αυτός. Θα πεθάνει απόψε".
"Ρε μαλάκα, ξέρεις ότι η γυναίκα σου είναι πουτάνα;"
"Τι πουτάνα, ρε; Τσιμπουκλού της οδού Αθηνάς είναι".
"Και η μάνα του είναι πουτάνα. Τι να σου κάνει το παιδί! Έχει μεγαλώσει σε μπουρδέλο".
"Θα πάμε να τις φέρουμε και να τις γαμήσουμε μπροστά σου".
"Θα του αρέσει το μπανιστήρι".
"Μα τέτοιος πούστης που είναι!"
"Στο θέατρο είναι όλοι πούστηδες".
"Γαμάτε ρε στο θέατρο; Γαμάτε;"
"Γαμιούνται μεταξύ τους".
"Ρε πούστη, δεν τσαντίστηκες που σου βρίζουμε τη μάνα;"
"Αυτός ρε; Αυτοί δεν πιστεύουν σε θεό".
"Κοίταξε τον πούστη! Σαν Βούδας είναι. Εμείς τα λέμε, εμείς τ'ακούμε".
"Είναι πωρωμένος ο πούστης. Γάμα τον!"

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

οι Αρετές, οι Χάρες και η Ομορφιά


// απόσπασμα από το βιβλίο του Τζων Στάινμπεκ, ο Δρόμος με τις Φάμπρικες //

(..) Το ίδιο και ο Μάκ με τα παιδιά κλωθογυρίζουνε πάνω στην τροχιά τους. Είναι οι Αρετές, οι Χάρες και η Ομορφιά μέσα στο πολυάσχολο, σωρό – κουβαριασμένο και ηλίθιο Μόντρεϋ, το εγκόσμιο Μόντρεϋ, όπου οι φοβισμένοι και πεινασμένοι άνθρωποι χαλούνε τα στομάχια τους αγωνιώντας να εξασφαλίσουνε λίγη τροφή, άνθρωποι που διψούνε για αγάπη και όμως καταστρέφουν ότι αξιαγάπητο υπάρχει τρόγυρά τους. Ο Μακ και τα παιδιά είναι η Ομορφιά, οι Αρετές και οι Χάρες. Μέσα σ’ έναν κόσμο που τον διαφεντεύουνε οι χολιασμένοι τίγρεις, που τον αυλακώνουν με το πέρασμά τους οι μανιασμένοι ταύροι και τον εποπτεύουνε τυφλά τσακάλια, ο Μακ και τα παιδιά τρώνε και πίνουν διακριτικά με συντροφιά τις τίγρεις, μερεύουν του μανιασμένους ταύρους, μαζεύουνε τα ψίχουλα να θρέψουνε τους γλάρους του Δρόμου με τις Φάμπρικες. Τί αν ο άνθρωπος κερδίσει τον κόσμο όλον και όμως υποφέρει από έλκος γαστρικό, έχει πρησμένο τον προστάτη και πάσχει από διπλωπία; Ο Μακ και τα παιδιά δεν πιάνονται σε δόκανα, περνούν πλάι στη φόλα δίχως να την αγγίξουν, ξεφεύγουν από τη θηλιά και αψηφούνε μια ολάκερη γενιά παγιδευμένη, δηλητηριασμένη, δεμένη χειροπόδαρα, που ωστόσο τους προγκάει και τους αποκαλεί ανάξιους, στιγματισμένους, κακορίζικους, κλέφτες, αλήτες, παλιάνθρωπους. Ο πατήρ ημών ο εν τη φύσει, που χαρίζει ζωή στον αγριόγατο και στο κοινό ποντίκι, στη μύγα, την αράχνη και στο σκόρο, πρέπει να ‘χει μιαν άπειρη και απντοδύναμη αγάπη για τους κηλιδωμένους, για τους ανάξιους και τους αλήτες, για τον Μακ και τα παιδιά. Αρετές, χάρες, τεμπελιά και μια ζωή με ουσία. Πάτερ ημών ο εν τη φύσει.

// ο Δρόμος με τις Φάμπρικες, εκδ. γράμματα, μτφρ: Κ. Πολίτης //

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

τη χρωστούσαν στη σταλαγματιά

// απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη, "Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά"

Mόνος, δίπλα στη σβησμένη φωτιά, ζύγιαζα τα λόγια του Ζορμπά - γιομάτα ουσία και χωματένια θερμή μυρωδιά και βάρος ανθρώπινο. Τα λόγια τα δικά του ανέβαιναν από τα νεφρά του κι από τα σπλάχνα και διατηρούσαν ακόμα μέσα τους την ανθρώπινη ζέστα. Τα λόγια τα δικά μου ήταν χάρτινα, κατέβαιναν από το κεφάλι, πιτσιλισμένα μονάχα με μια σταλαγματιάν αίμα κι αν είχαν κάποια αξία, την αξία αυτή τη χρωστούσαν στη σταλαγματιά ετούτη το αίμα.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

απόγνωση

// απόσπασμα από το θεατρικό του Στ. Τσιώλη, "Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ" //

Κυρία: Φοβάστε την απόγνωση;
Κωνσταντίνα: Δε θέλω να έρχομαι σε τέτοια κατάσταση
Κυρία: Εγώ πολλές φορές έρχομαι... Και πρέπει να με πιστέψετε, την αισθάνομαι σαν ένα καταφύγιο.
Κωνσταντίνα: Την απόγνωση;
Κυρία: Ναι... Διότι καταλαβαίνω πως, αφού έφτασα ως αυτήν, δε χωράει πια άλλος πόνος. Αν έφτασα ως εδώ, και άντεξα, τώρα θ'αρχίσω να μετρώ την ευτυχία!

Κωνσταντίνα: Ποια ευτυχία;
Κυρία: Την αντίστροφη πορεία! Αφού επανέρχομαι πάλι στην κατάσταση της ηρεμίας -με τη βοήθεια και κάποιων φαρμάκων- κάθε στιγμή που περνά είμαι πιο καλά από την προηγούμενη στιγμή, ο πόνος ολοένα και λιγοστεύει, το σώμα λύνεται και ηρεμεί, μπορώ να ακούσω πάλι τη μουσική, τα λουλούδια ευωδιάζουν στη βεράντα και στην τηλεόραση χαίρομαι ένα καλό πρόγραμμα.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

πιγκουίνοι


// απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις» // 

(..) και τη νύχτα που μου τα ‘πε όλα αυτά ήρθε σπίτι σουρωμένος κι έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι κι άναψε τσιγάρο και τραγούδησε ένα τραγούδι του Robert Johnson – τα λόγια δεν τα ‘ξερε μόνο το σκοπό ήξερε να πιάσει – κι ύστερα είπε πως είναι παράξενο να ‘σαι φτωχός, είναι παράξενο να είσαι φτωχός, μου ‘πε ο Πέτρος, είναι σα να ‘σαι σαν εκείνους τους πιγκουίνους που δείχνουν στην τηλεόραση που βλέπουνε τους πάγους γύρω τους να λιώνουνε και δεν ξέρουν από πού να πιαστούν και πώς να γλιτώσουν από την τρέλα την πολλή κι από το φόβο που ‘χουν ορμάνε να φάει ο ένας τον άλλον – έτσι είναι, είπε ο Πέτρος.

// «Κάτι θα γίνει, θα δεις» - εκδόσεις Πόλις // 

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

μας έκλεβαν τη μιζέρια

// απόσπασμα από το βιβλίο του Ζαν-Κλωντ Ιζό, "Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας" (μτφρ. Ρ. Σωμερίτης/ εκδ.Πόλις) //

Ήδη τότε δεν έλειπαν οι Άραβες. Μήτε οι μαύροι. Μήτε οι Βιετναμέζοι, οι Έλληνες, οι Αρμένιοι, οι Πορτογάλοι. Χωρίς πρόβλημα όμως. Η οικονομική κρίση το δημιούργησε το πρόβλημα. Η ανεργία. Όσο ανέβαινε η ανεργία τόσο πιο πολλούς τους βλέπαμε τους μετανάστες. Νόμιζες ότι ο αριθμός των  Αράβων αυξανόταν σε αναλογία με τις στατιστικές της ανεργίας! Το άσπρο τους το ψωμί, οι Γάλλοι το έφαγαν στη δεκαετία του '70. Τώρα όμως το μαύρο τους το ψωμί, ήθελαν να το φάνε μόνοι. Με τίποτα δεν έπρεπε να έρθουν άλλοι να τους πάρουν έστω κι ένα ψίχουλο. Οι Άραβες, να τι έκαναν: μας έκλεβαν τη μιζέρια από το πιάτο μας!

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

"να μένουν στη θέση τους"


// απόσπασμα από το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Λ. Φ. Σελίν //

Είναι ασφαλώς σύνηθες να θαυμάζουμε κάθε μέρα αρχικλεφταράδες, τη χλιδή των οποίων προσκυνούν οι πάντες, μαζί κι εμείς, που η ύπαρξή τους, ωστόσο, αποδεικνύεται, αν την καλοεξετάσεις, έγκλημα διαρκείας που καθημερινά ανανεώνεται, πλην όμως αυτοί οι άνθρωποι απολαμβάνουν δόξα, τιμές και εξουσία, τα κακουργήματά τους έχουν θεσπιστεί διά νόμου, ενώ όσο μακριά κι αν ανατρέξουμε στην ιστορία (…) όλα δείχνουν πως μια ανώδυνη μικροκλοπή, και κυρίως ευτελών τροφίμων, σαν το ξεροκόμματο, το σαλάμι ή το τυρί, επισύρει ανελλιπώς στον δράστη το δημόσιο όνειδος, την κατηγορηματική απόρριψη της κοινότητας, τις έσχατες ποινές, την αυτόματη ατίμωση και την ανεξιλέωτη καταισχύνη, κι αυτό για δύο λόγους, πρώτον γιατί ο δράστης τέτοιων κακουργημάτων είναι κατά κανόνα φτωχός, κι αυτή η κατάσταση υποδηλώνει από μόνη της μια κεφαλαιώδη ατιμία, και δεύτερον γιατί η πράξη του εμπεριέχει ένα είδος σιωπηρής μομφής προς την κοινότητα. Η κλοπή του φτωχού γίνεται μια δόλια ατομική επανόρθωση, με καταλαβαίνεις; (..) 

Κι έτσι, η πάταξη των μικροκλοπών εφαρμόζεται (..) απανταχού της γης, με άκρα δριμύτητα όχι μόνο ως μέσον κοινωνικής άμυνας, αλλά επιπροσθέτως και κυρίως ως αυστηρή σύσταση προς άπαντες τους δυστυχείς να μένουν στη θέση τους και στην κάστα τους, φρόνιμοι, χαρωπά καταδικασμένοι να ψοφάνε ανά τους αιώνας από πείνα και μιζέρια…”

( εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας, μτφρ: Σ.Ι. Μαργέλλου )

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Ένας κόσμος ανάποδα (τραγούδι για κιθάρα και φωνή)

// απόσπασμα από το βιβλίο "Μνήμη της φωτιάς - 2. Τα πρόσωπα και οι μάσκες" του Eduardo Galeano (εκδ: Πάπυρος/Letras) // 


Πολλά κι ανάποδα πράγματα είδαμε
στον κόσμο αυτό:
την αλεπού να κυνηγά το σκύλο,
τον κλέφτη να τρέχει πίσω από το δικαστή,
τα πόδια να είναι πάνω
και το στόμα να πατά στη γη,
τη φωτιά να σβήνει το νερό,
τον τυφλό να διδάσκει γράμματα,
να είναι τα βόδια πίσω και ο ζευγολάτης να σέρνει το αλέτρι.

Στην όχθη ενός ανθρώπου
καθόταν ένα ποτάμι,
ακόνιζε τ' άλογό του
και πότιζε το μαχαίρι του.

( Χοσέ Λουίς Λανούζα, 1952, Αργεντινή)

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Τελευταία επιθυμία

// απόσπασμα από τους "Καθρέφτες" του Eduardo Galeano (εκδ: Πάπυρος, μτφρ: Ισμήνη Κανσή) //

Λα Κορούνια, καλοκαίρι του 1936: ο Βεβέλ Γκαρθία πρόκειται να τουφεκιστεί.
Ο Βεβέλ είναι αριστερός στο πόδι και στις ιδέες.
Στο γήπεδο φοράει τη φανέλα της Ντέπορ. Mόλις βγει από το γήπεδο φοράει τη φανέλα της Σοσιαλιστικής Νεολαίας.
Έντεκα μέρες μετά το πραξικόπημα του Φράνκο, μόλις εικοσιδύο χρονών, βρίσκεται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα:
"Μια στιγμή" προστάζει.
Οι στρατιώτες, συντοπίτες του από τη Γαλικία και ποδοσφαιρόφιλοι, υπακούουν. Τότε ο Βέβελ ξεκουμπώνει το παντελόνι του αργά, και μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα ρίχνει ένα γερό χέσιμο. Ύστερα κουμπώνεται:
"Εντάξει τώρα."


Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

..ωραίος μ´ όλη τη φρίκη του

// απόσπασμα από το "Ρόζα Λούξεμπουργκ - γράμματα απ´ τη φυλακή" (εκδόσεις Ύψιλον, μτφρ: Α. Στίνα ) //

(..) Χόρτασες από πρωτοχρονιάτικες ευχές;
Κοίτα το λοιπόν να μείνεις άνθρωπος. Το παν είναι να παραμείνει κανείς άνθρωπος. Δήλαδή: σταθερός και διαυγής και χαρούμενος, παρ´ όλα αυτά, γιατί οι "κλαυθμηρισμοί" είναι κύριο χαρακτηριστικό της αδυναμίας.
Να ´σαι άνθρωπος θα πει να ρίξεις τη ζωή σου ολόκληρη στη βαρειά ζυγαριά του "πεπρωμένου", όταν πρέπει να γίνει έτσι. Όμως την ίδια στιγμή, να χαίρεσαι την κάθε ηλιόλουστη μέρα και το κάθε ωραίο περαστικό σύννεφο.
Αχ δεν ξέρω να γράφω συνταγές, το πως πρέπει να ναι ο άνθρωπος, το μόνο που ξέρω είναι το πώς είναι. Και σύ το ´ ξερες πολύ καλά, σαν περπατούσαμε στα χωράφια και το κόκκινο χρώμα του ήλιου  ξαπλωνόταν πάνω στα στάχια. Ο κόσμος είναι τόσο ωραίος μ´ όλη τη φρίκη του, και θα ´ ταν σίγουρα πιο ωραίος, αν δεν τον βάραιναν οι αδύναμοι και οι δειλοί. Έλα, τώρα, σου χαρίσω ένα ακόμη φιλί, γιατί είσαι και θα μείνεις ένα τίμιο μικρό ανθρωπάκι. Στην υγειά σου και καλή χρονιά.

Ρόζα.