// του Μάλκολμ Λόουρυ, απόσπασμα από το βιβλίο του "Κάτω από το ηφαίστειο" //
Οι νεαροί αυτοί ήταν όλοι τους τρομεροί και ακατάβλητοι πεζοπόροι. Το ‘βρισκαν παιχνίδι να περπατάνε είκοσι πέντε ή και τριάντα μίλια την ημέρα. Αυτό όμως που φαινόταν ακόμα πιο απίθανο, δεδομένου ότι κανείς τους δεν ξεπερνούσε ακόμα τη σχολική ηλικία, ήταν πως ήταν επίσης και τρομεροί, ακατάβλητοι πότες. Σε μια απλή βόλτα των πέντε μιλίων σταματούσαν σ’ όσα «παμπς» έβρισκαν και κατέβαζαν από μια ή δύο πίντες δυνατής μπύρας στο καθένα. Ακόμα κι ο μικρότερος, που δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαπέντε, κατέβαζε τις έξι πίντες του κάθε βδομάδα. Κι αν κανένας τους αρρώσταινε κι έκανε εμετό, τόσο το καλύτερο γι’ αυτόν. Έτσι έκανε χώρο για περισσότερη μπύρα. Ούτε ο Ζακ που είχε ευαίσθητο στομάχι – αν και είχε συνηθίσει στο σπίτι του να πίνει λίγο κρασί – ούτε ο Τζόφρεϋ που αντιπαθούσε τη γεύση της μπίρας και που άλλωστε φοιτούσε σ’ ένα πολύ αυστηρό σχολείο του Γουέσλεϋ, δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν αυτό το μεσαιωνικό ρυθμό. Ολόκληρη όμως η οικογένεια έπινε τρομερά.
listen
