Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

μια σαλάτα που δε θα φάει ποτέ

// απόσπασμα από το βιβλίο της Λένας Κιτσοπούλου, "Νυχτερίδες" //

Σκέφτηκα ότι θα ήταν λάθος να της πω το οτιδήποτε εκείνη τη στιγμή που έψαχνε να βρει τι θα φάει, δεν μπορείς να βγάζεις έναν άνθρωπο για φαγητό και την ώρα που το νύχι του υπογραμμίζει τη φράση "σαλάτα ρόκα με παρμεζάνα και μπαλσάμικο" εσύ να του λες, "Σε εγκαταλείπω αύριο το πρωί, είναι όλα σχεδιασμένα από καιρό, φεύγω". Δεν μπορείς να είσαι τόσο σαδιστής και να βάζεις κάποιον να ακουμπήσει με το δάχτυλό του μια σαλάτα που δε θα φάει ποτέ. Είναι χυδαίο, απάνθρωπο. Απ' την άλλη μεριά σκέφτηκα, θα υπάρχει πάντα ένα εμπόδιο, πάντα θα είναι δύσκολο, πάντα το χέρι της θα ακουμπάει πάνω σε κάτι, σε έναν κατάλογο, σε ένα βιβλίο, σε ένα τιμόνι, σε ένα ποτήρι, την ώρα που θα το μάθει, γιατί πρέπει να το μάθει, έχει φτάσει η τελευταία μέρα, σήμερα πρέπει να το μάθει.

Λένα Κιτσοπούλου - Νυχτερίδες (εκδ. Κέδρος)

γυναικεία αγκαλιά και χωρισμός



και


ένα σχέδιο στον τοίχο

// απόσπασμα απ’ το βιβλίο του Eduardo Galeano «Καθρέφτες» //
 
Σε κάποια κρεβατοκάμαρα στον Κορινθιακό Κόλπο, μια γυναίκα παρατηρεί στο φως της φωτιάς το προφίλ του κοιμισμένου εραστή της.
Η σκιά του απλώνεται στον τοίχο.
Ο εραστής που είναι ξαπλωμένος πλάι της θα φύγει. Μόλις ξημερώσει θα πάει στον πόλεμο, στο θάνατο.
Το ίδιο και η σκιά του, η πιστή συντρόφισσα, θα φύγει και θα πεθάνει μαζί του.
Είναι ακόμη νύχτα.
Η γυναίκα παίρνει ένα κάρβουνο από τη φωτιά και σχεδιάζει στον τοίχο το περίγραμμα της σκιάς του.
Αυτές οι γραμμές δεν θα φύγουν.
Ξέρει πως δεν θα μπορούν να την αγκαλιάσουν, όμως θα βρίσκονται εκεί.

Εδουάρδο Γκαλεάνο, Καθρέφτες (εκδ. Πάπυρος - μτφρ.: Ισμήνη Κανσή)

άλλες δεκατρείς

// απόσπασμα από το βιβλίο του Μίλαν Κούντερα, «Κωμικοί Έρωτες» //

Έπειτα τελείωσαν όλα. Ο νεαρός τραβήχτηκε από την κοπέλα και, φτάνοντας το μαύρο κορδόνι που κρεμόταν πάνω απ’ το κρεβάτι, έσβησε το φως. Δεν ήθελε να βλέπει το πρόσωπό της. Ήξερε πως το παιχνίδι είχε τελειώσει, αλλά δεν είχε καμία διάθεση να επιστρέψει στην κανονική τους σχέση. Τη φοβόταν αυτή την επιστροφή. Ήταν ξαπλωμένος πλάι στην κοπέλα στα σκοτεινά, έτσι όμως που να μην αγγίζονται τα κορμιά τους.
Έπειτα από λίγο άκουσε τα πνιχτά αναφιλητά της ▪ το χέρι της άγγιξε το δικό του με μια δειλή, παιδιάστικη κίνηση ▪ τον άγγιξε, τραβήχτηκε, τον ξανάγγιξε, κι έπειτα, μέσα απ’ τα αναφιλητά, ακούστηκε μια ικετευτική φωνή που τον φώναζε με τ’ όνομά του κι έλεγε: «Είμαι εγώ, είμαι εγώ…»
Ο νεαρός σώπαινε, έμενε ακίνητος και συνειδητοποιούσε τη θλιβερή κενότητα της διαβεβαίωσης της κοπέλας του, όπου το άγνωστο οριζόταν διά του αγνώστου.
Τα αναφιλητά έδωσαν τη θέση τους σ’ ένα ηχηρό κλάμα ▪ η κοπέλα επαναλάμβανε συνέχεια αυτήν την συγκινητική κενολογία: «Είμαι εγώ, είμαι εγώ, είμαι εγώ…»
Τότε ο νεαρός αποφάσισε να καλέσει σε βοήθεια τη συμπόνοια (και χρειάστηκε να την καλέσει από μακριά, γιατί δε βρισκόταν πουθενά εκεί κοντά), για να μπορέσει να παρηγορήσει την κοπέλα. Είχαν άλλες δεκατρεις μέρες διακοπές μπροστά τους.

Μίλαν Κούντερα, Κωμικοί Έρωτες – ( εκδ. βιβλιοπωλείο της Εστίας, μτφρ: Γ. Χάρης)

..απομακρύνθηκε χωρίς να με χαιρετήσει

// απόσπασμα από το διήγημα του Ηλία Παπαδημητακόπουλου, οι φρακασάνες //


Άκουσα βήματα στα χαλίκια και όταν σήκωσα το κεφάλι μου, είδα να έρχεται η Ελένη, ντυμένη με ένα περίεργο φόρεμα γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια. Θέλω πάλι εκείνο το τετράδιο της Γεωλογίας, μου είπε και με κύτταξε με ένα απλανές χαμόγελο, ενώ ταυτόχρονα κουνιόταν πέρα δώθε και άπλωνε τα χέρια της να φθάσει ένα κλαδί του δέντρου. Δεν το έχω, της είπα, θα μου το φέρει ο Τάκης το απόγευμα, έλα να διαβάσουμε μαζί. Η Ελένη έπιασε το κλαδί, το άρπαξε με τα δυο της χέρια και έκανε μια μάλλον αδέξια έλξη, τεντώνοντας νωχελικά το κορμί της. Ύστερα πήδησε, τίναξε το κεφάλι, διόρθωσε τα μαλλιά της και έφυγε. Μη με περιμένεις, μου φώναξε.

πρόβα

// απόσπασμα από την ταινία του Wong Kar Wai, "In the Mood for Love" //

(έφαγα τον τόπο για αγγλικούς υπότιτλους, αλλά δεν...)

παραλογές

Αλησμονιώνται κι οι φιλιές, ξεχνιώνται κι οι αγάπες,
Στον δρόμο ανταμώνονται σαν ξένοι, σα διαβάτες.
// * //
Παλιά στράτα δε χάνεται, καινούρια δεν πατιέται,
Ουδέ παλιά αγαπητικιά δεν απολησμονιέται.
// * //
Σαν είν’ η αγάπη μπιστική, παλιώνει μηδέ λιώνει
Ανθεί και δένει στην καρδιά και ξανακαινουργώνει
// * //
Εμίσεψες και μ’ άφησες σαν παραπονεμένη,
Σαν εκκλησιά αλειτούργητη σε χώρα κουρσεμένη.
// * //
Μηλιά, που σε καμάρωνα καθημερνή και σκόλη,
Τώρα ‘πλεξες τα κλώνια σου σε ξένο περιβόλι.

Παραλογές από τα δημοτικά τραγούδια, του Ν. Πολίτη (εκδ. γράμματα)

ένα δειλινό

// τραγούδι των Βασιλη Τσιτσανη, Πρόδρομου Τσαουσάκη, Ιωάννας Γεωργακοπούλου, Σωτηρίας Μπέλλου //

μια απόφαση

από τις γυναίκες των άλλων

// απόσπασμα από το ποστ του Θας, "οι γυναίκες των άλλων" //

Η παρέα διαλύεται, μερικά ζευγάρια έχουν φύγει– μαζί τους κι εκείνη. Συνεχίζουμε να παραγγέλνουμε μπύρες ενώ η Μ. γέρνει νυσταγμένη στον ώμο μου. Δεν έχουμε φακό. Σηκώνομαι να ψάξω για μπακάλικο, παραπατώντας. Γυρίζω όλη τη χώρα της Φολεγάνδρου ώσπου φτάνω σ’ ένα σημείο απ' όπου φαίνεται η θάλασσα. Ανασαίνοντας βαθιά τον παγωμένο αέρα τους βλέπω στο πεζούλι της εκκλησίας: στέκεται μπροστά του με ανοιχτά πόδια και του κρατά το κεφάλι με τα χέρια. Γυρίζω και φεύγω απότομα, δυστυχισμένος.

έτσι ήτανε γραμμένο

// "Μη λυπάσαι που φεύγω" //

με κόκκινο

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Θεματική: Χρήμα

για την πηγή του κακού, γράφουν οι Πεσσόα και Ροθ
τραγουδούν οι Βαμβακάρης, Άσιμος, Μοσχολιού
και σκηνοθετούν οι Cameron Crowe, Γιάννης Οικονομίδης και ο Ντίνος Δημόπουλος

Κατά τ' άλλα το Κεφάλαιο γίνεται κόμικ, ο Προυντόν προτείνει τρόπους εξόδου
απ' την κρίση και θυμόμαστε πόσο παλιά είναι η μάχη πολιτικής εναντίον οικονομίας

ο Σαχτούρης μιλάει για τον Καρούζο και ο Καστοριάδης για το κοινωνικό ιδεώδες.

& δύο ερωτήματα: η διαφήμιση είναι τέχνη; η τέχνη είναι χρήμα;

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

να αποφύγουμε τις αδικίες της κοινωνίας και των συμβάσεών της

// απόσπασμα από το βιβλίο του Φερνάντο Πεσσόα, "Ο αναρχικός τραπεζίτης" //

Εβγαλε απο το στομα του το πουρο που ειχε σβησει και το ξαναναψε αργα. Κοιταξε το σπιρτο που εσβηνε και το αποθεσε με προσοχη στο σταχτοδοχειο. Κατοπιν σηκωσε το κεφαλι του, που το κρατουσε σκυμμενο, και ειπε:

«Ακουστε. Ειμαι γεννημα θρεμμα του λαου και της εργατικης ταξης της πολης. Οπως μπορειτε να φανταστειτε, δεν κληρονομησα τιποτα σπουδαιο, ουτε καταγωγη ουτε περιβαλλον. Το μονο που μου ελαχε ηταν μια φυσικη οξυδερκεια και μια αρκετα ισχυρη θεληση. Επροκειτο για φυσικα χαρισματα που η ταπεινη μου προελευση δεν μπορουσε να μου τα αφαιρεσει.

»Υπηρξα εργατης, δουλεψα, εζησα μια δυσκολη ζωη, οπως, εν ολιγοις, οι περισσοτεροι ανθρωποι αυτης της ταξης. Δεν λεω πως γνωρισα πραγματικα την πεινα, αλλα λιγο ελειψε. Ομως και αυτο να ειχε συμβει, δεν θα αλλαζε τιποτα σε ο,τι επακολουθησε, ουτε σ’ αυτο που προκειται να σας διηγηθω, ουτε σ’ αυτο που υπηρξε η ζωη μου, ουτε σ’ αυτο που ειμαι τωρα.

οι πιο καθησυχαστικές λέξεις στην αγγλική γλώσσα

// του Φίλιπ Ροθ, απόσπασμα από το βιβλίο του "Αμερικάνικο Ειδύλλιο" //

Πάνω από το περίγραμμα της στέγης του σπιτιού της , ο Σουηδός έβλεπε τον ορίζοντα του εμπορικού Νιούαρκ, μισό μίλι μακρύτερα κι εκείνες τις τρεις καθησυχαστικές λέξεις, τις πιο καθησυχαστικές λέξεις στην αγγλική γλώσσα, που έπεφταν σαν καταρράκτης στον ωραία διακοσμημένο βράχο, ο οποίος ήταν παλιά η καρδιά ενός κέντρου που έσφυζε από ζωή - δέκα όροφοι ύψος τα τεράστια, λευκά αυστηρά γράμματα που διακήρυτταν την οικονομική αξιοπιστία και σταθερότητα του ιδρύματος, πρόοδο, ευκαιρίες και υπερηφάνεια του πολίτη, τα ακατάλυτα γράμματα που τα διάβαζες από το κάθισμα του αεροπλάνου σου, όταν κατέβαινες από το βορρά στο διεθνές αεροδρόμιο: ΠΡΩΤΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ.

Αυτό είχε μείνει, αυτό το ψέμα. Πρώτη. Τελευταία. ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

Φίλιπ Ροθ - Αμερικάνικο Ειδύλλιο (εκδ. Πόλις, μτφ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου)

λεφτά και αγάπη

// Σπύρος Καλογήρου (απόσπασμα από την ταινία "Λόλα") //



// απόσπασμα από την ταινία του Γ. Οικονομίδη, "Ψυχή στο στόμα" //


Για τον Νίκο Καρούζο

Καημένε Νίκο
τί ζωὴ ἦταν κι αὐτὴ
κατατρεγμένος ἀπὸ τοὺς Κατσιμπαλῆδες
οἱ πλούσιοι φτύναν πάνω στὴ φτώχεια σου
ὅμως ἐσὺ καλὰ ἔκανες
ἔπινες τὰ οὐζάκια σου
κι ὅλους αὐτοὺς τοὺς μούντζωνες
καὶ πρὶν νὰ φύγεις
πρόφτασες κι ἁρπάχτηκες
ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
ἀπὸ ψηλὰ τώρα ἀπὸ τὸ σύννεφο αὐτὸ
κοιτάζεις
τὴν ἀθανασία σου.

Μίλτος Σαχτούρης
( via )

"το ποσό της δικής μας πραγματικής μιζέριας"

απόσπασμα από το άρθρο «Οικονομική και τραπεζική κρίση: οι λύσεις του Προυντόν», του Philippe Paraire (via περιοδικό "Ευτοπία")

Σύμφωνα με τον Προυντόν, η κοινωνική επανάσταση οφείλει να ολοκληρώσει το έργο που ξεκίνησε η Γαλλική επανάσταση, η οποία έμεινε στα λόγια (..) με άλλα λόγια η προαναγγελία της ισότητας των δικαιωμάτων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη εφαρμογή της ισότητας στην πράξη. Για τον ίδιο απουσιάζει από τη διαδικασία η επίθεση στη μηχανή παραγωγής κοινωνικής ανισότητας που βρίσκεται στην καρδιά αυτού του ιδιοκτησιακού συστήματος: τα τραπεζικά κέρδη. Αυτή η ανισότητα στην κατανομή του κεφαλαίου αποτελεί θεμέλιο του καπιταλισμού. Σε ένα άρθρο του, με ημερομηνία 20 Μαΐου του 1848, ο Προυντόν γράφει: «το ποσό της δικής μας πραγματικής μιζέριας ισοδυναμεί με το ποσό των αγαθών που μας υφαρπάζει το κεφάλαιο» («Λύση στο κοινωνικό πρόβλημα»).

άραγε σαν πεθάνουνε

// Όσοι έχουνε πολλά λεφτά, τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη //

"πλουτίστε"

Κορνήλιος Καστοριάδης, απόσπασμα από το βιβλίο του "Η άνοδος της ασημαντότητας"

(..) Η αποσύνθεση γίνεται φανερή κυρίως μεσ’ από την εξαφάνιση των σημασιών και το σχεδόν απόλυτο ξεθώριασμα των αξιών. Και αυτό απειλεί μακροπρόθεσμα την επιβίωση του ίδιου του συστήματος. Όταν δηλώνεται ανοιχτά, όπως γίνεται τώρα στις δυτικές κοινωνίες, ότι η μοναδική αξία είναι το χρήμα, το κέρδος, ότι το υπέρτατο ιδεώδες του κοινωνικού βίου είναι το «πλουτίστε» (και η δόξα της δήλωσης αυτής ανήκει, σ’ ότι αφορά τη Γαλλία, στους σοσιαλιστές, οι οποίοι την έκαναν μ’ έναν τρόπο που η Δεξιά δεν είχε τολμήσει να την κάνει), μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είναι ποτέ δυνατόν μια κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί και να αναπαράγεται μονάχα σ’ αυτή τη βάση.

του Κορνήλιου Καστοριάδη - Η άνοδος της ασημαντότητας (εκδ. Ύψιλον)

Ζαμπέτας vs Άσιμος

Εγώ με τις ιδέες μου / του Νικόλα Άσιμου, τραγουδάει η Σωτηρία Λεονάρδου



ο νέος θεός μας

// σελίδα από το κόμικ "Καρλ Μαρξ: Το κεφάλαιο. Διασκευή σε μάνγκα" (εκδ. ΚΨΜ) //


πολιτική και οικονομία, μια παλιά ιστορία

του Luciano Lanza, απόσπασμα από το βιβλίο του «Πέρα από την οικονομία – μια αναρχική θεώρηση του οικονομικού ζητήματος»

(..) Συνεπώς η οικονομία παρουσιάζεται (τουλάχιστον στην αρχική της φάση) σαν μια αντιεξουσία που, σιγά – σιγά, διευρύνεται ολοένα και περισσότερο, καθώς της παραχωρούν έδαφος οι φεουδαλικοί θεσμοί. Πρόκειται για μια μακρά διαδικασία, χαρακτηριζόμενη από εναλλασσόμενες φάσεις: είναι ένας αγώνας ανάμεσα σε δύο μορφές άσκησης της εξουσίας. Το οικονομικό και το πολιτικό παρουσιάζονται συνεπώς ως φορείς δύο διαφορετικών παραδειγμάτων ελέγχου της κοινωνίας.
Αλλά αν αυτή η διαδικασία είναι μακράς διαρκείας, ολοκληρώνεται εξαιρετικά γρήγορα: μέσα σε δεκατρία χρόνια. Όταν τα γνωρίσματα της οικονομίας ενοποιούνται το 1776 από τον Άνταμ Σμιθ στο βιβλίο του Ο πλούτος των εθνών σ’ ένα θεωρητικό σώμα που όχι μόνο ερμηνεύει, εξηγεί, αλλά κυρίως χάρη σ’ αυτή τη θεωρητική ενότητα, μπορεί να προχωρήσει σε γενικεύσεις, τότε η νέα θεώρηση του κόσμου της οποίας είναι φορέας το οικονομικό, εξαπλώνεται στο εσωτερικό εκείνου του κοινωνικού κινήματος το οποίο το 1789 κατεδάφισε το ancient regime.

Xαλαρωτικό


τέχνη και χρήμα

μια φράση του Hans Richter, παρμένη από το βιβλίο

«Αφού τα μεγάλα πορτοφόλια έχουν μπει στις τέχνες για τα καλά, ας ελπίσουμε ότι οι σημερινές προσπάθειές τους να βιάσουν το καλλιτέχνη θα έχουν σαν αποτέλεσμα μια μελλοντική γενιά που δεν θα υποκύψει στην αποπλάνηση. Αν όχι, η τέχνη μπορεί να καταλήξει ένα συσκευασμένο προϊόν, με τον καλλιτέχνη στον πάγκο συσκευασίας, να πιστεύει (εξαπατημένος) ότι είναι ένα ελεύθερο άτομο»

 απόσπασμα από το βιβλίο «Enrico Baj – Paul Virilio / συζήτηση για τον τρόμο στην τέχνη»

Paul Virilio: (..) πρόκειται για ένα παραλήρημα. Αυτό σημαίνει ότι τα πράγματα δεν έχουν πια αξία. Βρισκόμαστε μπροστά στην απουσία μέτρου της αξίας. Ο Warhol δεν αποτιμάται πλέον, είναι «παραληρηματικός». Η υπογραφή του είναι το έμβλημα ενός προϊόντος που συνδέεται με  υπερβολική αξία.