Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα to_contrabbando. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα to_contrabbando. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

στον Contrabbando, αντί για τραγούδι (#4)

[κείμενο γραμμένο μέσα στη θητεία, η μισή ντροπή δική μου]

Συστάσεις: Προσοχή (αριστερό πόδι σηκώνεται ψηλά και σκάει με δύναμη στο έδαφος) και τυποποιημένη "ποίηση" (στρατιώτης έρευνας-πληροφορικής Χαντζής Χρήστος, 2009 Δ ΕΣΣΟ, 3ος Λόχος 4η Διμοιρία).
Τραγούδια : Η σημαία που αγαπώ/ έχει ένα λευκό σταυρό/ και θα την υπηρετώ/ μέχρι να με βρουν νεκρό (track 1)
Ιστορίες (1): Πρώτη μέρα, γραφειοκρατία, αναμονή και γιατροί. Διάλειμμα για φαγητό, θλιμμένα πρόσωπα, βουβαμάρα η απόλυτη. Ένα στόμα σπάει το mute. "Παίδες, μην κουνηθεί κανείς, παρήγγειλα καζάν ντιμπί" 
Ιστορίες (2): Τουαλετοφύλακας μας απαλλάσει από τα ζωώδη μας ένστικτα και ωρύεται. "Να κελαηδάνε τα καζανάκια! Θέλω να τα ακούω!"
Σκέψεις (1): Βγάζεις τα πολιτικά σου ρούχα, ξεντύνεσαι την προσωπικότητά σου. Όλοι γίνονται ίδιοι, όλα τα χρώματα πράσινο και άσπρο
Σκέψεις (2): Νυχτερινή βολή με G3A3. Αν και ωτοασπίδες, ο κρότος σοκαριστικός. Το όπλο χτυπάει με δύναμη τον ώμο, αφήνει φωτιά και εκσφενδονίζει το βλήμα. Νιώθεις τη δύναμη και τον τρόμο. Πως γίνεται να επιτρέπουμε η κατεύθυνση να περιλαμβάνει ανθρώπινο σώμα; 
Σκέψεις (3): Το νέο πρόσωπο της νεοελληνικής λεβεντομαλακίας. Ή αλλιώς πως η φράση "άμα τον βρω έξω, θα του σπάσω τα μούτρα" υποκαθίσταται από τη φράση "άμα πάρω τηλέφωνο το βύσμα μου και τον στείλω στα Ρύζια..."
Και το συμπέρασμα της ημέρας: "Με σάλιο και υπομονή ο κώλος γίνεται μουνί"

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

στον Contrabbando, αντί για τραγούδι (#3)

            [κείμενο γραμμένο περίπου στα 20, η μισή ντροπή δική μου]

Ό,τι είχε αφήσει από εργασίες για μετά το Πάσχα ήρθε και τον πλάκωσε. Η τέταρτη απανωτή μέρα μπροστά στο pc στο μέσον της κι ο εγκέφαλός του σερνόταν (ακριβώς όπως το pc). Μόλις άρχισε να σουρουπώνει, πήρε κλειδιά, άφησε πίσω κινητό και βγήκε. Προς το Λόφο Στρέφη. «Είναι διαφορετικά, μια άλλη Αθήνα εκεί» του είχε πει ένας στη σχολή, που έμενε τριγύρω. Για να δούμε...

Ήταν όντως διαφορετικά. Κτίρια με αρχιτεκτονική, με στυλ. Παράθυρα με ανοιχτές κουρτίνες, χωρίς βλακώδεις ντροπές κι ενα υπέροχο αναρχικό γκράφιτι : «Ήρθαν τα αύρια να διώξουν τα σήμερα». Πόσο πιο όμορφη, αλήθεια, θα μπορούσε να είναι η πόλη...Κατεβαίνοντας, κοντοστάθηκε στη Βουλγαροκτόνων για να προσανατολιστεί. Τον πλησίασαν δύο αστυνομικοί :
- «Καλησπέρα, θα μπορούσαμε να δούμε την ταυτότητά σας, κύριε ;»
- «Μόνο πάσο έχω, δεν ξέρω...»
- «Το πάσο δε λέει τίποτα, πρέπει να έρθεις για εξακρίβωση. Έγιναν κάτι επεισόδια το απόγευμα»
- «Μάλιστα, κατάλαβα».

Είχε καταλάβει ότι έμπλεξε απ’ το πουθενά. Στη Γ.Α.Δ.Α. που κατέληξε, το κλίμα ήταν αρκούντως αυστηρό κι αυτός, ούτως ή άλλως, αρκούντως φοβιτσιάρης. Στο τέλος της μέρας και γυρνώντας στο pc δεν ήταν σίγουρος για τίποτα, παρά μόνο για ένα: Δεν θα πήγαινε ποτέ ξανά στο Λόφο. Η τρομοκρατία (για άλλη μία φορά) είχε νικήσει.

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

στον Contrabbando, αντί για τραγούδι (#2)

[κείμενο γραμμένο περίπου στα 20, η μισή ντροπή δική μου]

Ίσαμε τη στιγμή που η αναπνοή τους θα ενωθεί με το ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου και θα χαθεί. Με τα ακουστικά στ’ αυτιά κατευθύνθηκε προς την πλατεία Δημοκρατίας. Βραδιά Επιταφίου στο Αγρίνιο, Μεγάλη Παρασκευή. Από τα χρόνια που ήταν ακόμη μαθητής Γυμνασίου, η συγκεκριμένη νύχτα του δημιουργούσε συναισθηματική ένταση. Αυτός ο συνδυασμός θρησκευτικής μελαγχολίας και ανοιξιάτικης ερωτικής ενέργειας λειτουργούσε μέσα του με τρόπο εξουσιαστικό. Δεν έκανε παζάρια.
Διασχίζοντας ένα από τα τελευταία ανθισμένα στενά της πόλης αισθάνθηκε τα αρώματα να τον μεταμορφώνουν σε Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ. Έτσι μεταμορφωμένος, άφησε να περάσει μπροστά απ’τα μάτια του η πρώτη του φοιτητική χρονιά, που πλησίαζε στο τέλος. Οι πρώτες μέρες στην Αθήνα και η ζόρικη προσαρμογή. Η ιστορία με το Τhe League, που κατέληξε σε ανάγνωση πορνογραφημάτων και έληξε άδοξα. Οι φοιτητικές πορείες και η αυταπάτη ενός νέου κοινωνικού κινήματος που φουντώνει. Οι βραδιές Champions League και τα επιφωνήματα μπρος στο «μπαλέτο των φτωχών»... Αλλιώς τα φανταζόταν τα φοιτητικά πράγματα, αλλά κι έτσι, τελικά, δεν ήταν καθόλου άσχημα.
Έφτασε στην πλατεία, οι σχολικοί του φίλοι ήταν ήδη εκεί. Δεν γκρίνιαξαν για το στήσιμο, τον είχαν μάθει πια. Μπήκαν μαζί στο μπαρ και παρήγγειλαν. Διηγήθηκαν ιστορίες εσωτερικής μετανάστευσης, θυμήθηκαν περιστατικά, σχεδίασαν ταξίδια, γέλασαν. Μέχρι το μεγάλο μπαμ. Εκεί κόπηκαν όλα. Ο νεαρός που μπήκε ουρλιάζοντας και με το χέρι πλημμυρισμένο στο αίμα δεν άφησε περιθώριο για τίποτε άλλο. «Αμάν με τους δυναμίτες ρε γαμώτο!» ακούστηκε από πίσω.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

στον Contrabbando, αντί για τραγούδι (#1)

[κείμενο γραμμένο περίπου στα 20, η μισή ντροπή δική μου]

     «Σε φλώρο πέσαμε γαμώ την πουτάνα μου» μουρμούρισε και κοίταξε στον καθρέφτη πάνω από το παρμπρίζ για να δει το πρόσωπο του οδηγού. Ήταν το δεύτερο συνεχόμενο πορτοκαλί φανάρι που το λεωφορείο δεν περνούσε και είχε ήδη αργήσει 25 λεπτά. Δεν είχε ντυθεί κάτι παρ’ ότι το πάρτυ ήταν μασκέ, δεν είχε καν όρεξη να πάει σ’ αυτό το κωλοπάρτυ της σχολής. Ήταν καθ’οδόν μόνο και μόνο γιατί τον είχε πιέσει και πείσει λίγο πιο πριν ο εαυτός του: «είσαι 18, είναι απόκριες, θα πας θες, δε θες!».
     Όλα του έφταιγαν τον τελευταίο καιρό. Όλα. Είχε συμπληρώσει τέσσερις μήνες στην Αθήνα, τέσσερις μήνες φοιτητικής ζωής και δεν είχε συμβεί το παραμικρό από αυτά που του είχαν υποσχεθεί. Αντί για εμπνευσμένες διαλέξεις κάτι εργασίες της συμφοράς, αντί για έντονη ζωή σχολή-καφέ-σπίτι, αντί για σινεμά dvd, αντί για παθιασμένους έρωτες τίποτα.
     Το πάρτυ ήταν το απόλυτο φιάσκο. Χαιρέτησε και βγήκε. Περπατώντας στην αυλή με την άκρη του ματιού του διέκρινε ένα συμφοιτητή. Δεν είχαν πει ποτέ τίποτα, αλλά καθόταν πρώτο έδρανο ο τύπος, οπότε την είχε ‘κονομήσει τη στάμπα του σούπερ αχώνευτου. Έπρεπε να τον αποφύγει...
- Είσαι στη σχολή, σωστά;
- Ναι, σωστά
- Σε θυμάμαι. Γιατί φεύγεις από τώρα;
- Βαρέθηκα, είμαι και λίγο πτώμα.
- Να σου πω κάτι: κι εγώ αν δεν ήταν μέσα τα παιδιά απ’το League θα είχα φύγει, ειλικρινά.
- Από ποιό;
- Απ’το League. The League of extraordinary gentlemen. Απ’ το κόμικ του Μουρ, ξέρεις. Είμαστε πέντε αγόρια, μες στη βδομάδα γράφουμε ιστορίες, παραμύθια για μεγάλους και τις διαβάζουμε τις Παρασκευές αργά το βράδυ σε κάποιο σπίτι. Κάποια μέρα μπορεί να τις στείλουμε και στην Athens Voice. Χα χα χα. Αν ψήνεσαι πες...
- Ξέρω ‘γω
Αν μη τι άλλο ακουγόταν ενδιαφέρον.
- Πες άμα είναι...

Λες να είχε βρει τη λύση και να μην το είχε καταλάβει;