Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #contrabbando. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #contrabbando. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

στο χρόνο Πάνο

Τρίτη 23/6 9μμ στο polis art cafe

Αναπλέοντας το εξώφυλλο δέρμα του
οι φίλοι μαζευόμαστε «στο χρόνο Πάνο» 
υφαίνοντας και πάλι το έργο του Φίλου. 
Να αφουγκραστούμε τα τραγούδια του. 

Όπως το ‘θελε κι ο ίδιος 

να έρχονται
οι εγκαταλελειμμένοι
στο ξύλινο παγκάκι
να μιλούν
να αποθέτουν
τάματα
χοές
-ή έστω
ένα
ποτήρι τεκίλα-
στο μάρμαρο
της σιωπής.

Και μην πολυπιστεύετε το γνωστό παραμύθι ότι όλοι οι σύντροφοι είναι νεκροί. 
Είναι δίπλα σου σιωπηλοί και περιμένουν το νεύμα σου για τη συνέχεια του ταξιδιού, 
σε πιο μακρινές θάλασσες, όχι κατ' ανάγκη στην Ιθάκη

*σύντομα θα ανακοινωθεί το πρόγραμμα της εκδήλωσης για το Φίλο

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Τέλος Εποχής (;)

Το παρακάτω κείμενο εγώ του το λογόκρινα, δεν τον άφησα να το δημοσιεύσει τότε.
8/9/2013 μας το έστειλε. Και γιατί να μας το στείλει δηλαδή; Σιγά και μην μας έστελνε τα κείμενά του πριν τα δημοσιεύσει. Αυτό όμως μας το έστειλε. Ήθελε και δεν ήθελε να δημοσιευτεί. Ήθελε και δεν ήθελε. 'Ηθελε να σταματήσει να κάνει εκπομπές. Δεν ήθελε όμως κιόλας. Ήθελε να κάνει τη θέση του σαφή, δεν ήθελε όμως να μιλήσει άσχημα. Είχε αυτό το πρόβλημα, τους αγαπούσε όλους, και τους μαλάκες.

Επέμεινα να μην δημοσιευτεί. Φοβόμουνα για τον ίδιο, φοβόμουν και για μας. Αν δεσμεύονταν ότι οι εκπομπές σταματάνε, πως θα την πάλευε μετά; Κι αν σταματάγανε πραγματικά οι εκπομπές, πως θα την παλεύαμε εμείς;

Τους έφτιαξα τον πρώτο τους πιλότο το 1995. Απ' τον πιλότο ως την πρώτη τους εκπομπή, περάσανε μόνο 13 χρόνια. Το 1995, θέλανε οδηγίες σκηνοθετικές και καθοδήγηση. Καθοδήγηση από μένα, αυτά τα δύο αγαπημένα μου γουρούνια που με χλεύασαν όσο κανένας άλλος από αέρος. Η τελευταία μου λύση όταν έψαχνα ποιός θα με παντρέψει. Η εύκολη λύση, γιατί απείχαν ένα τηλεφώνημα. Ο Τοσκαλούσα βέβαια, μουχρίτσα πολιτικάντικη, αποτόλμησε τότε το ερώτημα χαμηλόφωνα και διστακτικά, “γιατί εμείς;”. Τώρα τον είδα να κλαίει και διάβασα το “εξόδιο του Πάνου”. Ε, γι' αυτό ρε Τόσκα.


Ζούσαμε και δεν καταλαβαίναμε ακριβώς. Ζούσαμε βέβαια. Όποιος είδε τον Παναγιώτη να ανεβαίνει τη σκάλα της πολυκατοικίας της Ευμένους για να φτάσει στο πρώτο στούντιο του radiobubble, και να την ανεβαίνει ασθμαίνοντας με σκουφάκι, χωρίς μαλλιά και χωρίς φρύδια από τις χημειοθεραπείες, ξέρει ότι εμείς ζούσαμε. Και ξέρει ότι ζούσαμε κάτι λιγότερο απ' αυτόν. Εμείς ζούσαμε την ανεμελιά των χρεών μας, της αφραγκιάς μας, του τσακωμού με τους άλλους, αυτά που κάνουν τους ανθρώπους να παθαίνουμε εμφράγματα και καρκίνους. Αυτός ζούσε την άλλη ζωή, την με τον τσαμπουκά μου την έχω την πουτάνα. 
 
Υπήρξαν εκπομπές τους, οι πιο διασκεδαστικές, αυτές που έβγαλαν τα πιο πολλά γέλια, που “στο μικρό μουσικό διάλειμμά μας κυρίες και κύριοι” ο Παναγιώτης έριχνε έναν εμετό στην τουαλέτα και γύριζε μετά στο μικρόφωνο σαν να μην έτρεχε τίποτα. Σας βλέπω να τον αγαπάτε πραγματικά κάποιοι, γι' αυτό και σας το λέω. Αυτές οι εκπομπές τους είναι οι αγαπημένες σας. 
 
Το παρακάτω κείμενο, είναι αυτό που λένε “κείμενο θέσης”. Κι όπως σε όλες τις θέσεις, όπως σε όλα τα ποιήματα, ο καθένας θα καταλάβει αυτό που μπορεί, αυτό που τον βολεύει, αυτό που φτάνει το μυαλό και η ψυχή του να καταλάβει. 
Άρα, τα καταφέραμε σύντροφε, κάναμε την πολιτική ποίηση.

----


Τέλος Εποχής (;)
Αυτό είναι ένα δύσκολο κείμενο. Κουβαλά μέσα του τόσο τις αντιφάσεις του όσο και τη νοσταλγία του. Αλλά το χρωστάμε. Σε όσους γνωρίσαμε και σε όσους παρέμειναν δίπλα μας όλα αυτά τα χρόνια.
Οι Contrabbando, δηλαδή οι περσόνες του χαμένου ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ –ας με συγχωρέσει όπου κι αν βρίσκεται- και του πειρατικού πλεούμενου Τοσκαλούσα, γεννήθηκαν για να αποκτήσουν ζωή και φωνή μέσω του radiobubble. Καλύτερα, γεννήθηκαν με την ίδια τη γέννηση και τις πρώτες φωνές στον αέρα του ίδιου του radiobubble
 
Ζήσαμε αυτά τα πέντε και πλέον χρόνια όλες τις θαυμαστές στιγμές της μετεξέλιξης ενός εγχειρήματος: να δημιουργηθεί-από το πουθενά, με μηδαμινά μέσα και χωρίς προϋπάρχουσα ιντερνετική ραδιοφωνική κουλτούρα- ένα ραδιόφωνο ανοιχτό, με μουσικές και εκπομπές πέρα από το μονότονα επαναλαμβανόμενο τοπίο των πληρωμένων playlist και του καθιερωμένου λόγου των συμβατικών μέσων. Κι είμαστε περήφανοι που δώσαμε με τη δική μας ανάσα μια πνοή σε αυτή τη ραδιόφουσκα.

Ήμασταν διαρκώς δίπλα και βιώσαμε:
-  τις αγωνίες, ξενύχτια, τον κόπο και τα έξοδα του Αποστόλη και της Καλλιόπης να στηθεί τεχνικά
-  το πρώτο στούντιο στο δωμάτιο στην Ευμένους στις υπώρειες του Βύρωνα με τη μυρωδιά της «δάφνης» των γειτόνων και το αυτοσχέδιο κουτί-κουμπαρά μέχρι το πρόσφατο σούπερ-ντούπερ στο πλαίσιο του εφικτού
-  τις πρώτες χαμηλόφωνες, αμήχανες εκπομπές με τη βοήθεια μιας «αυταρχικής» ηχολήπτριας μέχρι τις τελευταίες, όπου χειριζόμασταν μόνοι μας όλον τον εξοπλισμό -με το χειρότερο δυνατό, πάντα, αποτέλεσμα
-  την αλουμινένια εσπρεσιέρα και τα ποτά-ρεφενέ μέχρι το radiobubble café-phygital
-  τις συμμετοχές στα street party, τα πάρτυ των διαφόρων παραγωγών και τα μεγάλα πάρτυ που έκλειναν την Ιπποκράτους
-  τη συγκέντρωση των σποραδικών ειδήσεων το Δεκέμβρη του ’08 μέχρι τη δημοσιογραφία των πολιτών, το καταξιωμένο #rbnews και το rbnews_international
-  τα εσωτερικά σεμινάρια για άσχετους με το ραδιόφωνο μέχρι το Hackademy
-  την ολονύχτια ενημέρωση για τις εκλογές (ελληνικές-αμερικανικές) μέχρι τα αφιερώματα στον Tom Waits και το θείο Μάνο
-  τα σχόλια-σεντόνια κάτω από τις πρώτες εκπομπές μέχρι το rb_blogs και το Μπαχάρ*
 .
Δεν μπορούμε ούτε κατά διάνοια να μεταφέρουμε όσα ζήσαμε: τις φιντελικής έμπνευσης και διάρκειας ομιλίες του Αποστόλη στις συνελεύσεις, το βλέμμα της καλούτσικης στα μόνιμα τεχνικά προβλήματα που αντιμετωπίζαμε, τους μεταξύ μας καβγάδες με τον Τοσκαλούσα σε όλα τα επίπεδα, τις αγκαλιές και τα ποτά, τις ζεστές κουβέντες, την παιδική κι εφηβική εκρηκτικότητα μεταξύ των παραγωγών, των φίλων, των γνωστών, των ακροατών, τις ατάκες που στιγμάτιζαν κάποια περίοδο, το μοίρασμα της στενοχώριας για όσα συνέβαιναν… 
.
Γνωρίσαμε πολλούς ανθρώπους. Άλλοι έμειναν. Άλλοι ήρθαν. Άλλοι έφυγαν. Κάποιοι οριστικά –α ρε Ελευτερίτσα. Όλοι αυτοί μας κάνατε να αντέξουμε και να προσπαθούμε να γίνουμε καλύτεροι. Δε γίναμε. Απλώς, βομβαρδίσαμε την ατμόσφαιρα με τις ραδιόφουσκες 200 περίπου εκπομπών. Κάτι είναι κι αυτό. 
.
Δεν μπορούμε πια. Ξεκινήσαμε να αφηγηθούμε ιστορίες δικές μας, ανθρώπων και τόπων, όχι για να συνεισφέρουμε σε καμιά μεγάλη Αφήγηση, αλλά έτσι απλά, σαν λόγια που ανταλλάσσουν γνωστοί σε μια μπάρα, με την ανάλογη μουσική υπόκρουση. Σχολιάζαμε με το δικό μας τρόπο –πετυχημένο ή μη, αδιάφορο- την επικαιρότητα. Με λίγα λόγια, κάναμε αυτό που νιώθαμε ως ραδιόφωνο.

.
Δεν μπορούμε πια. Η πραγματικότητα, οι δικές μας ιστορίες και πολύ περισσότερο οι ιστορίες των ανθρώπων γύρω μας μάς έχουν ξεπεράσει. Αισθανόμαστε μικροί και οι μουσικές μας φθηνές. Κι ακόμη, αυτά με τα οποία παλεύουμε σε προσωπικό επίπεδο επαιτούν για ολόπλευρη αφοσίωση. Κι αυτό είναι ένα αδυσώπητο συναίσθημα. Τα πέντε τελευταία χρόνια δεν ήταν για κανένα εύκολα. Κι αυτά που έρχονται απαιτούν περισσότερα κουράγια. Για μας, εδώ κλείνει ένας πολύ όμορφος κύκλος.
.
Θα συνεχίσουμε να είμαστε δίπλα στην κοινότητα και τις δραστηριότητες του radiobubble. Δεν ξεμαθαίνει εύκολα ο άνθρωπος. Απλώς, θα σιωπήσουμε ραδιοφωνικά. Εξάλλου, υπάρχει η αδιόρατη γραμμή συνέχειας. Υπάρχει κι ο σπόρος που έχει ρίξει το radiobubble αυτά τα πέντε χρόνια. Ή, όπως θα το ‘λεγε ο Αλέξης Ασλάνογλου: « φεύγω κάπως μ’ ελαφριά την καρδιά,/ όταν θα χτίζουν την καινούρια οικοδομή,/ θα λουλουδιάζω στα θεμέλια».
.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε αυτούς που δώσανε σε δύο άθλιους τύπους, που κάποιο καλοκαίρι ηχογραφούσαν τις φωνές τους σε ένα παλιό κασετόφωνο, την ευκαιρία να κάνουν ραδιόφωνο. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στους μουσικούς παραγωγούς του radiobubble για τις μουσικές που μας μάθατε και τις μοιραστήκατε. Το πιο μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσοι μας στηρίξατε ή μας ανεχτήκατε ραδιοφωνικά αυτά τα χρόνια. Κυρίως, σε εσάς τους σιωπηλούς, με τους οποίους δεν ανταλλάξαμε ούτε ένα μήνυμα.
.
Θα ξαναβρεθούμε
Εκ μέρους των Contrabbando
«Καίσαρ Εμμανουήλ»

Υ.Γ.1: Φεύγουμε ως «καναλάρχες». Δεν είναι τρολιά. Το radiobubble μας ανήκει. Όπως ανήκει στο Χατζό και το Χρήστο Χαντζή. Όπως ανήκει στον Αποστόλη και την Καλλιόπη. Τους τελευταίους. Τη μέρα που θα αποφασίσουν να το κάψουν, θα είμαστε εκεί με μπιτόνια βενζίνη, ουίσκια, σκυλάδικα για να φωνάξουμε «Ηλία, ρίχτο».

Υ.Γ.2: Ας ακουστεί για τελευταία φορά το σήμα της εκπομπής μας και ο ρυθμός των Contrabbando να σας συνοδεύει για πάντα. Γιατί… την αγαπάμε την πουτάνα τη ζωή.       


Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

#22: Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις... [Επιστρέφοντας τα δώρα]

"Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις. Έτσι, έχουν τα πράγματα. 
Όχι, ο καρκίνος δεν παίρνει τους καλύτερους. Ούτε το εγκεφαλικό, ούτε η καρδιοπάθεια, ούτε καμία άλλη ασθένεια. Τους μάγκες δεν τους πάτησε το τρένο. Ο θάνατος είναι αδιάκριτος, κοινός, απόλυτος. Μοναχικός. Το συλλογικό υποσυνείδητο αρέσκεται να "θρηνεί". Όχι αυτόν που πέθανε. Ούτε καν αυτό που εκπροσωπεί, παρόλο που το κραυγάζει. Θρηνεί αυτό που αντιπροσωπεύει στην προσωπική του ματιά, την ιδεολογική φορεσιά με την οποία έντυσε ένα πρόσωπο. Πενθεί, εν τέλει, είτε το "τέλος μιας δικής του εποχής" ή τον ίδιο το μετέωρο φόβο του θανάτου. Του δικού του θανάτου, του δικού του τέλους, του οποίου μια γεύση παίρνει από έναν "ξένο" θάνατο που αγωνιά να οικειοποιηθεί με υπέρμετρη ευαισθησία. Όσο κι αν ερίζουμε, κλαίμε μόνο για τους "δικούς μας ανθρώπους", αυτούς με τους οποίους ζήσαμε, μοιραστήκαμε στιγμές μιας ζωής που πέρασε. Και κλαίμε το ανεπίστρεπτο αυτών των στιγμών. Εγωιστικά, μοναχικά, ναρκισσιστικά. Όπως μας ταιριάζει. Ως πλάσματα ανθρώπινα, ατελή, φθαρτά. Και, φυσιολογικά κι ανθρώπινα, δε μας είναι ούτε πρόκειται να γίνουν όλοι οι νεκροί αρεστοί. Γιατί, η εικόνα τους ως ζωντανών διαμορφώνει τη στάση μας απέναντι στο θάνατό τους. Οριστικά κι αμετάκλητα.
Όχι, στις πλείστες περιπτώσεις, δεν υπάρχει αξιοπρεπής θάνατος. Τουλάχιστον, όσο δε μας στήνουν σε εκτελεστικά αποσπάσματα απέναντι στους φονιάδες μας, ώστε να μπορούμε να τους χαμογελάμε κατάμουτρα την ύστατη ώρα. Ο θάνατος είναι μια μοναχική αγωνία. Τις τελευταίες ώρες του κουβαλά έναν απεγνωσμένο ρόγχο, μια κλινοπάλη του σώματος, μια σταδιακή κατάρρευση όλων των ζωτικών λειτουργιών, μια διαρκή αφαίρεση των εγκεφαλικών/διανοητικών χαρακτηριστικών μας. Λίγο πριν από το τέλος, γινόμαστε ζώα που ψυχορραγούμε, όπως λέει ο Ροθ. Επιστρέφουμε στο απόλυτα ζωώδες και γήινο. Οι ελάχιστες εκλάμψεις, που μυθολογούνται ως τελευταίες κουβέντες, μπορεί να μας εκθέσουν ή να ανοίξουν σε κοινή θέα όσα ασυνείδητα θάβαμε κάτω από τις στρώσεις και τα περιβλήματα του εγώ μας και των δεόντων μιας ολόκληρης ζωής. Είμαστε μιαν ανίσχυρη μάζα οργανικών καταλοίπων, που θα γίνουν στάχτη ή εκλεκτή τροφή για σκουλήκια στο αέναο κυκλικό παιχνίδι της ζωής.Τα 21 γραμμάρια δεν είναι παρά το μεταφυσικό τρυπάκι μας για να μπορέσουμε να αντέξουμε τη ζωή την ίδια. Ή την απώλειά της.
Τέλος, όχι, δεν υπάρχει αξιοπρέπεια στη διαχείριση μιας μακροχρόνιας ασθένειας. Θα ήθελα πολύ να είναι διαφορετικά, αλλά η αλήθεια είναι πικρή και με διαψεύδει. Έχω κλάψει πολύ, έχω πονέσει πολύ, έχω παρακαλέσει πολύ, έχω κουράσει τα αγαπημένα πρόσωπά μου πολύ, έχω ζητιανέψει για αγάπη και φάρμακα, έχω διεκδικήσει ως απόλυτα κακομαθημένο κωλόπαιδο την απεριόριστη προσοχή, έχω βαρύνει την καθημερινότητα των οικείων μου, έχω δεσμεύσει τις ζωές των άλλων. Και, φυσικά, δεν υπάρχει τίποτε ηρωικό στις διάρροιες, τις ναυτίες, τους εμετούς, τα λερωμένα σεντόνια, τις τρύπιες πικεδένιες κουβέρτες των δημόσιων νοσοκομείων, τις νεκρωμένες ξερές φλέβες, το τρύπιο σώμα, τη διαρκώς αποστεούμενη ύπαρξη. Ούτε υπάρχει τίποτε δημοκρατικό στη συναλλαγή, τη δυνατότητα να έχεις εσύ κάποια φάρμακα ή μια πιο εξειδικευμένη θεραπεία, τα οποία κάποιος άλλος αλλού στερείται, λόγω του συστήματος.
Η μόνη αξιοπρέπεια είναι να μείνεις ζωντανός. Και να ανταποδώσεις. Όσο κι όπως μπορείς. Και λίγο θα είναι πάλι.
Διάφανοι, αδέρφια, είμαστε. Ζώα διάφανα που μας τρομάζει η αντανάκλασή μας στα ποτάμια της ζωής, πάσχοντα από αγνή, καθαρή ύπαρξη. Όπως θα τα έλεγε ένας άλλος λησμονημένος Καίσαρας της Ισπανίας: 

  

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

#21: "Αχαρνών και Αγίου Μελετίου..." [Επιστρέφοντας τι; Και ποια δώρα;]

Βιάστηκες, Χαφέζ. Μπορώ να σε αποκαλώ με αυτό το όνομα; Μη μου θυμώσεις. Εδώ σε έχουν καταχωρίσει ως "28χρονο, αγνώστων στοιχείων". Παράξενο να ξέρεις την ακριβή ηλικία κάποιου και όχι το όνομά του. 
Βιάστηκες, λοιπόν, Χαφέζ. Έπρεπε να ρωτήσεις. Θα μου αντιγυρίσεις: "Ποιον;". Δίκαιο. Σε αυτή τη μεγαλούπολη, μόνοι μας φτιάχνουμε διαλόγους μόνοι μας δίνουμε και τις απαντήσεις. Έπρεπε όμως να ρωτήσεις τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος γίνεται λαμπάδα.
Έστω εκείνους τους θιβετιανούς μοναχούς με τα πορτοκαλιά άμφια, που τόσο ταιριάζαν -χρωματικά τουλάχιστον- στη φωτιά. Θα σου έλεγαν πως μετά από χρόνια η απόγνωση γίνεται mainstream γυμναστική για τα τσάκρα και σανταλόξυλα για δυο ευρώ στην Ερμού.
Βιάστηκες, Τζελαλετίν Ρουμί. Έπρεπε να ρωτήσεις.
Έστω τον Γιαν Παλάτς, τον πρώτο ανθρώπινο δαυλό. Θα σου έλεγε πως τα τανκ περνάνε πάντα στο τέλος και δεν έχει νόημα να γίνεις πλατεία να παρελαύνουν βήματα πάνω στο ιστορικό πλακόστρωτο κορμί σου, όταν εσύ δε θα είσαι εκεί.
Βιάστηκες, Σααντί μου. Έπρεπε να ρωτήσεις.
Έστω τον Κώστα Γεωργάκη, λίγο πριν ανάψει το σπίρτο στα βρεγμένα από βενζίνη ρούχα του. Στη Γένοβα. Στην πλατεία Ματεότι. "Ματαιότης", θα σου έλεγε. "Δεν είμαι ήρωας, ίσως ένας άνθρωπος με περισσότερο φόβο".
Αλλά, βιάστηκες, Φερεϊντούν μου. Και σε τόσο λάθος χώρα. Εδώ νικάμε τους Πέρσες σε όλα τα μαθήματα ιστορίας. Χρόνια τώρα. Από τις Θερμοπύλες, έξω από τα άγονα χωράφια της Σκάρφειας και τα ψαράδικα του Αγίου Κωνσταντίνου. Από τη Σαλαμίνα και τα φουρνάρικα και τα κωλόμπαρά της. Από εκείνο το γαμημένο όρος Αιγάλεω. Πολύ κοντά στο Πέραμα. Εκεί που ζυμώνουμε τη φτώχεια μας και το ρατσισμό μας και τον πουλάμε σε δουλίτσες στη ναυπηγοεπισκευαστική και στα κάλπικα cd. Γιατί είμαστε οι 300. Τόσοι ακριβώς. Μπόσικοι. Ούτε ένας παραπάνω.
Βιάστηκες, Ναντέρ. Έβγαλες, άραγε, στα φωτογραφεία της Γερανίου, εκείνη την όμορφη πόζα με το γαλάζιο προκάτ στερέωμα να στείλεις στους δικούς σου; Αυτή με το δανεικό κουστούμι, Κυριακή πρωί, εννοώ. Να τη δείχνουν, να κερνάνε τσάι και μαλεμπί τους γείτονες. Αυτήν που ξεπλήρωσες πουλώντας τηλεκάρτες και κινέζικες πατσαβούρες.
Βιάστηκες, όμως, να γίνεις σέλας. Στο ξημέρωμα της πιο μεγάλης νύχτας του χρόνου. Αυτής που ζούμε χρόνια τώρα, εννοώ, όχι του χειμερινού ηλιοστασίου.
Βιάστηκες, εσύ που σε ονομάζω με ονόματα Περσών ποιητών, γιατί η ειδησεογραφία και ο πολιτισμός μου σε ήθελε ανώνυμο. Να αυτοπυρποληθείς στη συμβολή ενός Αγίου που δε μας μελετά πια και ενός δρόμου που αρχίζει από το αιώνιο παράπονο. Δεν ξέρω ποια απόγνωση. Υποψιάζομαι, αλλά δεν είναι αρκετό. Επειδή είναι και δική μου.
Συγνώμη. Δεν είναι όμορφος ο κόσμος μας πια, Ομάρ μου, Παχλεβί μου, Ραφσαζανί μου... 





Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

"Λα καταστασιόν τρεζ απελπιστίκ, μον Ντιε..."

Δυο μικρές ιστορίες, ενώ εξελίσσονταν τα Δεκεμβριανά του 1944, όπως τις κατέγραψε στα "Τετράδια Ημερολογίου" του ο Γιώργος Θεοτοκάς:
α. Ο Λάμπρος Καλλιφρονάς, παλαιός δήμαρχος Αθηναίων (1895), μένει στο ισόγειο, σε ένα διαμέρισμα φορτωμένο προγονικές προτομές και εικόνες και αναμνήσεις του ελληνικού 19ου αιώνα. Ενενήντα χρονώ. Αφεντάνθρωπος καλά διατηρημένος, κομψός και ευγενικότατος, περήφανος για το όνομά του [...] όμως δεν καταλάβαινε καλά τι γίνεται και δεν ακούει τους θορύβους της μάχης. Διαμαρτύρεται λοιπόν για τη φτώχεια του φαγητού που του σερβίρουν. Του εξηγούν ότι έξω γίνεται κομμουνιστική επανάσταση, μα δεν το παραδέχεται. "Φωνάζει ο κόσμος κι εσείς οι γυναίκες τα μεγαλοποιείτε".
β. Το απόγεμα της 11ης Δεκεμβρίου, ο Θεοτοκάς κυκλοφορούσε μαζί με τον Κατσίμπαλη (το Γιώργο, ντε, τον επονομαζόμενο και "Κολοσσό του Μαρουσιού"), ο οποίος είχε βγει κρατώντας ένα άδειο γαλόνι για να αγοράσει κρασί και διαμαρτυρόταν γιατί δεν έβρισκε.
"Ο καθένας με τον πόνο του".

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής μας είναι άσχετη, γιατί, ως γνωστόν, οι ιστορικές αναλογίες δεν επαρκούν, τα πρόσωπα είναι άλλα, οι εποχές και οι καταστάσεις διαφορετικά απελπιστικές, η ιστορία επαναλαμβάνεται μόνον ως φάρσα και άλλα - που βαριέμαι να σου εξηγώ. Θα σου έβαζα και τραγουδάκι, αλλά πνίγομαι-όχι από την αιθαλομίχλη...  

#20 "Κάμαρα γέρου ασυρματιστή..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Οι μπουλμέδες έχουν κιτρινίσει από την πολυκαιρία και την τσιγαρίλα που πότισε την ξέστρωτη κουκέτα. Με δυσκολία κρατάνε πια τα υπολείμματα επιδέσμων εκείνα τα σκαριφήματα από διάφορα παζάρια. Κρέμονται σχεδόν σαν εσταυρωμένοι από μια γωνία τα σχέδια των πλανόδιων που ανταλλάχθηκαν για ένα πακέτο αμερικάνικα ή γαλλικά τσιγάρα. Από το φινιστρίνι έρχεται ένας υγρός νοτιάς. Στον απέναντι τοίχο χορεύουν στο ρυθμό του οι έγχρωμες ρεπροντιξιόν του περιοδικού Life. Πιο κει, διπλώνει στα δυο η αφίσα μιας παλιάς αμερικάνικης ταινίας και κάνει τη σιωπηλή εξωτική ηθοποιό να πέφτει ξανά και ξανά στην αγκαλιά του ωραίου πρίγκηπα. Μια διαρκής επανάληψη της σκηνής. Μια διαρκής υπενθύμιση της απιστίας. 
Το λαβομάνο λερωμένο, στην άκρια μια βρώμικη πετσέτα, στη γωνιά του ένα μπουγέλο με θολό νερό. Το κρύσταλλο γιομάτο φάρμακα. Από τη μιαν άκρη ως την άλλη, πάνω σε ένα σκοινάκι ξεκουράζονται ένα σώβρακο κακοπλυμένο, μια φανέλα κι ένας σκούφος. 
Το τραπέζι κολλημένο στη γωνιά. Ανάκατα: ναυτικοί χάρτες, μια κινέζικη ταμπακιέρα, ένα παλιό πορτοφόλι, τηλεγραφήματα, μια κούπα με κατακάθι καφέ, ένα τασάκι με αποτσίγαρα-βαριά Camel- ένα μπουκάλι ουίσκι, δυο μολύβια, σκισμένα παλιόχαρτα, στοίβες με βιβλία. 
Ένας τόμος βιβλιόδετος - ίσως "Ο παράφωνος αυλός" ή το "Stillae Sanguinis"- ανοιγμένος σε μια σελίδα. Δεν έχει σημασία σε ποια. Ο μαρκόνης κλείνει τα μάτια και τα ανοίγει σε μιαν παρηκμασμένη αστική σάλα. Σε μια πολυθρόνα, καπνίζει με χάρη αμίλητος, ο ωραίος δανδής-ποιητής με τα γκρίζα μαλλιά, με το μαύρο κοστούμι και τα θλιμμένα μάτια. Όμοιος με τον απατημένο σύζυγο της ταινίας. Τρέμει το χέρι του κάθε φορά που φέρνει τη λεπτή πίπα με το μακρύ τσιγάρο στα χείλη του. Μάλλον από τη μορφίνη. Απέναντί του ένας Ρώσος χλωμός παίζει κιθάρα, μια κυρία πίνει το τσέρι της, στο κέντρο ένα πολύφωτο τονίζει την ηδονική μορφή της... 
"Του δωματίου σου η χλιδή, η ευωδιαστή ατμόσφαιρα/ το σώμα σου, ένα αμάλγαμα από σμάλτο και κοράλλι,/ που ως τρόπαιο, ακόλαστη, όρθωσες μπροστά μου/ αχτινοβόλο,/ λυτή την άγρια αφήνοντας αγέλη των ιμέρων,/ όπλα σκληρά είναι που χτυπούν απελπισμένα απόψε/ τα σινικά της πλήξης μας τα τείχη! [...] Φαίνεται πια πως τίποτα-τίποτα πια δε μας σώζει".
Ο μαρκόνης ανοίγει τον ασύρματο, την "Γκρέτα" του κι η φωνή του αφηγείται στα βραχέα:


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

#19: "Κι έρχεται κρύο..." [ Επιστρέφοντας τα δώρα]

Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε. 
Δεν είναι το δάχτυλο που χτυπά επαναληπτικά-σαν μια υπενθύμιση στο παρόν- πάνω στο ποτήρι ούτε οι κινήσεις που επαναλαμβάνονται με μια θρησκευτική ευλάβεια, για να τις εμπεδώσουμε. Είναι η μικρή φλέβα στο λαιμό, όταν η απόγνωση χτυπά τα όριά της, που διογκώνεται κι είναι έτοιμη να εκραγεί, χωρίς ποτέ... 
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε.
Συστρέφονται στο κορμί μας, μας αγκαλιάζουν, σχεδόν μητρικά-μην το υποτιμάτε, το έχουμε ανάγκη να υπάρξουμε-.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε.
Σωπαίνουν, γιατί ξέρουν πότε πρέπει να σωπάσουν. Το βλέπουμε στα μάτια τους. Το ξέρουν. Αλλά σωπαίνουν.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε.
Κάνουν μιαν αδιόρατη κίνηση, που δε σημαίνει τίποτε παραέξω. Ίσως το σιάξιμο ενός φρυδιού ή το τίναγμα μιας φράντζας.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που μας αγαπούμε.
Πέφτουν στο κρεββάτι νωρίς, να μη δουν την ήττα μας τα βράδια. Όταν πηγαίνουμε κοντά τους, έχουν μια μικρή ερωτική ανάσα να νιώσουμε καλύτερα, μας παίρνουν αγκαλιά να διώξουμε τις ενοχές της μέρας.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε.
Μας κοιτάνε κατάματα κάθε πρωινό, να αντέξουμε τη μέρα. Μας φτιάχνουν πρωινό. Μπορεί και όχι. Αλλά είναι εκεί.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούμε.
Πλέκουν. Δεν ξέρει κανείς γιατί .Δεν ξέρει κανείς τι. Αλλά πλέκουν. Σαν μιαν αδιόρατη, αέναη ιστορία.
Πόση δύναμη κρύβουν οι γυναίκες που αγαπούνε.
Την πιο πικρή ιστορία θα την πουν την ώρα που βάζουμε το παλτό να φύγουμε. Χαλάλι τους. 

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Για τα Δεκεμβριανά του '44 - Ένα άγνωστο ποίημα του Νίκου Καββαδία

Αντίσταση

Στη Μέλπω Αξιώτη

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβηούν κι εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ' όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ' αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα Ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντιπερισπασμό- Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του Barrio Chino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα-Ισπανία και Πασσιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.
Τ' άρματα ζώνεσαι μ' αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
Οι κρεμασμένοι στα δεντρά , μπαίγνιο του ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρη στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

Ελεύθερα Γράμματα, τεύχος 14, 10/8/1945 [γραμμένο τις μέρες των Δεκεμβριανών] 


#18 "Να μας πάρει και να μας σηκώσει, ρεμάλια..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

φύσαγε
και τότε που σκαρφαλωμένοι σε πεζούλες καμωνόμασταν πως
ήμασταν φάροι στα πελάγη και συγκρουόταν το στέρνο μας με ό,τι έφερνε ο νυχτερινός αγέρας και τα χέρια
κουπιά χώνονταν στα θαλασσινά ερέβη
κι ανοίγαμε με ένα μικρό ελβετικό σουγιά δυο μακρές τομές
κατά μήκος της πλάτης μας να βγάλουμε
φτερά να πετάξουμε από τις βερολινέζικες ταράτσες ή
πάνω από τα κυκλαδίτικα γκρέμια και
δεν είχε σημασία γιατί
κύλαγε στο κορμί μας η ζεστασιά του ποτού και διαπερνούσε τους νευρώνες μας το ρίγος
από το τεντωμένο πλωριό κορμί μιας γυναίκας που στεκόταν
κόντρα στον άνεμο μόνο για μας
ισορροπώντας
ανάμεσα στην υπόσχεση του πάντοτε
και
τη βεβαιότητα του ποτέ
και ήμασταν νέοι
κωπηλάτες με λινά σαλβάρια πανάρχαιοι ερέτες από τα βάθη της ανεμελιάς
του έρωτα και σφύριζε
εύηχη πουρούδα στο αυτί μας
ο μακρινός αχός με τον οποίον τρίβονταν τα χαλίκια στο θαλασσινό νερό
δεν τη νιώθαμε την ανεπαίσθητη φθορά
το αέναο χτύπημα του κύματος στο βράχο
το θρόισμα του ανέμου σε ξερολιθιές
η θυμαρίσια ανάσα σε βάτα
ο χρόνος έπαιζε στο λαβύρινθο του αυτιού μας
δεν ακούγαμε κανένα αδράχτι να ξετυλίγεται
βαστάγαμε γερά την άκρη του μίτου
ένα χρωματιστό καραβόπανο
έπλεε στον αφρό των πραγμάτων
δεν άγγιζε ύπουλα θαλασσόχορτα του βυθού
μόνο γλυκιά προκολομβιανή ευτυχία
με ήλιο
και μελαμψή ραστώνη
κι ελαφρό ράπισμα της άμμου πριν μπει σε κάποια κλεψύδρα.
Μας βρήκε απροετοίμαστους
αυτή η αγριότητα
ο βοριάς μας κοπανάει από τοίχο σε τοίχο
σε μια πολιτεία
όχι ερειπιώνας πρότερου μεγαλείου είναι
ταράτσα γυμνή
κεραίες κρημνίζονται
χώνονται στις σάρκες μας
χαρτόκουτοι άνθρωποι στοιβάζονται στις γωνιές
σώματα βουτάνε στο κενό
κάποιοι στριμώχνονται να απολαύσουν
το θέαμα
δεν υπάρχουν ανοιχτά χέρια και αγκαλιές
μόνο δείχτες και κουκούλες
τα πόδια μας εν μια νυκτί γίνανε
πέτρινες άγκυρες
μέσα μας δε
φυσάει
κανένας Απηλιώτης
ά π ν ο ι α
και το φουλάρι της Ισιδώρας Ντάνκαν
μπλέκεται ξανά
στη ρόδα
στον τροχό της τύχης
στον ανεμόμυλο τέρας του Θερβάντες
σφιχτά
ίσαμε.





Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

#17 "Δύο χιλιάδες διακόσιες εικοσιδύο μέρες..."

Δύο χιλιάδες διακόσιες εικοσιδύο μέρες πόνου. Δεν του αρκούν. Βρήκε ωραίο χουζούρι στο κορμί μου. Θα μείνει, λέει. Κι άλλο. Μόνο που, όσο θρονιάζεται, τόσο δυναμώνω τα ηχεία και του φωνάζω στο αυτί: "Σε αγαπάω, πουτάνα ζωή (ακόμη κι έτσι)". Με αυτήν τη μελωδία. Πάντα.

 Υ.Γ.: Σοφάκι, η επανάσταση μπορεί να γαμιέται. Όχι η δική μας.  

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

#8 "Το φως πάντα μια νέα τυραννία" [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Σήμερα, στις 5.15 ακριβώς το απόγευμα, ενός συνηθισμένου-σχεδόν καλοκαιρινού- αττικού Οκτώβρη, αισθάνθηκα αυτό που είμαι: βαθιά αναλφάβητος. Εξηγούμαι: σώρευσα μέσα μου τόσες λέξεις κι όμως δε βρίσκω αυτές που θα μπορούσαν να απεικονίσουν ό,τι συνιστά τη βαθύτερη ουσία αυτής της πόλης. Και το λέω απλά. Είναι ο ουρανός. Το φως. Η διαύγεια. Τα άλλα έπονται. Ή συμπληρώνουν.  Ή ακυρώνονται. Να το πω διαφορετικά: ξέρω πια τι σημαίνει και γιατί γεννήθηκε εδώ το αρχαϊκό μειδίαμα. Με μια κάποια περηφάνια για την όμορφη τυχαιότητα.

Υ.Γ.: Πόσο έντιμη η σημαία της Ουρουγουάης που έχει ένα παιχνιδιάρη ήλιο αντί για σταυρό...