Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

#14 "Τα μολυβένια στρατιωτάκια" (40 χρόνια μετά)

Είσαι πέντε, παίζεις στο πάτωμα με κάτι μολυβένια στρατιωτάκια. Αυτά που πουλάνε ανά τριάδες σε συσκευασία με νάιλον πρόσοψη και χάρτινη πλάτη. Τα έχεις απλώσει όλα. Και τους αρχαίους Σπαρτιάτες και τους τσολιάδες του Συντάγματος και τους πεζικάριους και τους ναύτες και τους αεροπόρους. Δεν αναρωτιέσαι σε ποιο πεδίο μπορούν όλοι αυτοί να πολεμούν και για ποιο λόγο. Όταν σκοτώνονται, απλώς πέφτουν. Δε ματώνουν. Στο τέλος, θα μπουν συμφιλιωμένοι όλοι μέσα στη σακούλα. Μέχρι την επόμενη μάχη.

Είσαι πέντε, έχεις μπροστά σου το άλμπουμ με τα αυτοκόλλητα. Κολλάς κάθε βδομάδα τα πολύχρωμα χαρτάκια από εκείνες τις λεπτές σοκολάτες που σου φέρνει ο πατέρας το απόγευμα μετά τη δουλειά. Μαζεύεις σοβαρός τις μικρές εικόνες στρατιωτών από όλες τις χώρες του κόσμου. Μαθαίνεις γεωγραφία από τα στοιχεία που συνοδεύουν την εικόνα. Αξιωματικός/Χώρα: Μογγολία/Πρωτεύουσα: Ουλάν Μπατόρ/Πληθυσμός:… Δε σε πολυενδιαφέρει τι δείχνουν. Αν ολοκληρώσεις το άλμπουμ, κερδίζεις μια δερμάτινη μπάλα. Δεν την πήρες ποτέ. Έμεινε πάντα κενή η εικόνα εκείνου του αναθεματισμένου Ουσάρου/ Χώρα: Σοβιετική Ένωσις/Πρωτεύουσα: Μόσχα/ Πληθυσμός:…

Είσαι πέντε, δε σου πολυαρέσει να σου τσιμπάει το μάγουλο ο κύριος Τάκης του 3ου , όταν σε συναντά. Κάθε πρωί πηγαίνει στο καφενείο της γειτονιάς και κάθεται με τις ώρες. Είναι «δημοσογάφος». Πολύ αργότερα, θα μάθεις πως είναι ο ρουφιάνος της γειτονιάς και πως στο καφενείο, τα βράδια, στο πίσω καμαράκι παίζει μπαρμπούτι η Σωτηρία Μπέλλου. Ούτε σου πολυαρέσει να σου χαλάει τα μαλλιά, χαϊδεύοντάς τα ο κύριος Ν. του 4ου. Πολύ αργότερα θα τον δεις στη «δίκη των βασανιστών της ΕΑΤ-ΕΣΑ». Είναι ο βασανιστής με τα «λευκά χέρια». Αυτόν που θα βλέπει ο Σπύρος Μουστακλής και θα μουγκρίζει σαν θηρίο. Αλλά, τώρα είσαι πέντε.

Είσαι πέντε. Στους ώμους του πατέρα σου. Όλοι είναι όρθιοι και τραγουδούν. Και χειροκροτάνε. Στη μέση, άνθρωποι με πολύχρωμες στολές περνάνε μέσα από τον κόσμο σε μια μεγάλη ξύλινη εξέδρα. Πρώτη φορά βλέπεις τέτοιο «Τσίρκο». Δεν έχει ακροβάτες. Ούτε ζώα. Ούτε καταλαβαίνεις γιατί πολλοί κλαίνε, όταν ακούνε τον ωραίο κύριο με το μαύρο πουκάμισο και τη δυνατή φωνή. Πολύ αργότερα, θα καταλάβεις και θα τον τραγουδήσεις και θα κλάψεις, όταν «έφευγε» στο Αντικαρκινικό του Πειραιά, με μια βδομάδα διαφορά από τη θεία σου τη Χριστίνα, στον πάνω όροφο. Τώρα, όμως όχι. Απλώς χοροπηδάς χαρούμενος και χειροκροτάς.

Είσαι πέντε. Τις τελευταίες μέρες, η μάνα σου έχει μόνιμα κατεβασμένες τις γρίλιες και σου λέει να μη βγαίνεις στο μπαλκόνι. Στην απέναντι νησίδα, κόβει βόλτες ένας φαντάρος οπλισμένος. Από κολώνα σε κολώνα. Από πουλί σε πουλί. Κάποτε στρέφει και το όπλο προς τις διάφορες πολυκατοικίες και με νοήματα δείχνει σε κάποιον να μπει μέσα. Εσύ στο πάτωμα έχεις βγάλει τις μεγάλες χάρτινες συσκευασίες από τις χριστουγεννιάτικες σοκολάτες. Αυτές που μετακινείς χωριστά τα σώματα, τα κεφάλια και τα πόδια και φτιάχνεις δικά σου τέρατα. Αταίριαστα. Όμορφα.

Είσαι πέντε. Τις τελευταίες μέρες, το ραδιόφωνο –το καφέ Grundig πάνω στη σιφονιέρα της κρεβατοκάμαρας- παίζει κάποιες ώρες χαμηλόφωνα. Όχι εκείνα τα ωραία τραγούδια με τις θάλασσες, τα καράβια και τα χρώματα που σου αρέσουν. Δεν καταλαβαίνεις. Κάτι βραχνό, με πολλά παράσιτα. Στο σπίτι, όλοι είναι σοβαροί, αλλά χαρούμενοι. Ο πατέρας αργεί να γυρίσει από τη δουλειά κάθε απόγευμα. Ο κύριος Νίκος του 5ου μας επισκέπτεται όλο και πιο συχνά. Έχει ωραία μακριά κυματιστά μαλλιά και μιλά περίεργα, μουσικά, κουνώντας έντονα τα χέρια του: «Θα πέσει η χούντα. Να προσέχουμε τους φασίστες εδώ μέσα. Έχουν σκυλιάσει». Αλλά είσαι πέντε και δε σου εξηγούν.

Είσαι πέντε. Είναι Σάββατο. Βράδιασε. Ο πατέρας δεν έχει επιστρέψει ακόμη. Η μάνα σου κόβει ανήσυχη βόλτες σε όλο το σπίτι. Από το τηλέφωνο στο ραδιόφωνο και πάλι πίσω. Μονολογεί «Κάνιγγος, Χαλκοκονδύλη. Είναι δίπλα». Έχει κοιμίσει το μικρότερο αδερφό σου από ώρα. Είναι η πρώτη φορά που μένεις ξύπνιος μέχρι τόσο αργά μαζί της. Σχεδόν το διασκεδάζεις. Έχεις κάτσει στο κρεβάτι και παίζεις με το «Φωτεινό Παντογνώστη». Προσπαθείς να βρεις τη σωστή απάντηση να ανάψει το λαμπάκι. Να δείξεις πόσα ξέρεις. Ο πατέρας θα μπει ξημερώματα στο σπίτι. Αναμαλλιασμένος. Πολύ κουρασμένος. Με σκυμμένο κεφάλι. «Τους σκότωσαν», λέει και ξαναλέει. Νομίζεις πως ξέρεις, αλλά είσαι πέντε και δεν έχεις τη σωστή απάντηση.

Είσαι πέντε. Είναι Δευτέρα. Σφίγγεις στο χέρι σου ένα τάλιρο. Αυτό με τον Άη Γιώργη από τη μια και το πουλί από την άλλη. Σε έχει στείλει η μάνα σου στο φούρνο, να αγοράσεις ψωμί. Στέκεσαι σε μια σιωπηλή ουρά. Όλοι κοιτάνε τις μύτες των παπουτσιών τους. Μόνον κανα δυο πελάτες φωνάζουν δυνατά. «Καλά τους κάνανε. Τι θέλανε δηλαδή οι αλήτες;». Ένας φαντάρος διατηρεί την τάξη. Άγριος. Αυστηρός. Με τη λόγχη πάνω στο όπλο. Σε τρομάζει. Από κοντά, δεν είναι μολυβένιος. Δε μοιάζει με αυτούς που παίζεις. Ποτέ δεν έμοιαζε. Αλλά δεν το ήξερες. Είσαι μόνο πέντε. Κι έχεις καιρό να το μάθεις. Κι ακριβώς σαράντα χρόνια από τότε να θυμάσαι.




Υ.Γ. Το κείμενο είναι αντίδωρο σε κάποιους Νίκους που θυμάμαι πάντα. Κυρίως στον κυρ Νίκο του 5ου, το Νίκο Μαμαγκάκη, που μου φύλαγε τα χέρια και μου ‘δινε χαμογελαστός την ευχή «Να ζζίνεις ποιητής, κοπέλι μου». Δεν έγινα. Έχω καιρό να μάθω πώς.  




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου