Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

για το 146 της Ιπποκράτους

μιλάω για έρωτα (silentcrossing) 

Είναι άνοιξη και από τον κήπο με τις λεμονιές ακούω την εκπομπή του Παναγιώτη, παίζει το Ερηνούλα μου, μυρίζει ο τόπος λεμονανθούς, είναι η πρώτη φορά που ακούω το Radiobubble, ρωτάω ποιοι είναι όλοι αυτοί, μαθαίνω, θέλω να γίνουμε φίλοι, εύκολο, είμαστε ήδη φίλοι, απλά δεν το γνωρίζουμε ακόμα.

Είναι η πρώτη μου μέρα στην Αθήνα, είναι καλοκαίρι και είμαι ευτυχισμένος, πηγαίνω στο Radiobubble, γύρω μου τόσα αγαπημένα πρόσωπα και μερικοί ακόμα που τους βλέπω πρώτη φορά, όμως ξέρουμε ο ένας τον άλλο τόσο καλά, ζούμε σε άλλους κόσμους κι όμως είμαστε μαζί, μαζί τους επικοινωνώ περισσότερο, στην αρχή ντρέπομαι, συστήνομαι δειλά, έχω κοκκινίσει λίγο όμως είναι βράδυ και δεν το βλέπουν. Εγώ δεν μιλάω για φίλους, μιλάω για έρωτα.

Είναι μεσημέρι του Απρίλη και όλα είναι χάλια, πίνουμε μπύρες, ανεβαίνουμε στο πατάρι, κάνουμε εκπομπή για τον έρωτα, παίζουμε Μοσχολιού εναλλάξ με P.J., οι μπύρες γρήγορα γίνονται ρακές, μια μέρα όλα θα περάσουν, με φίλους και μπύρες και ρακές δεν γίνεται να μην περάσουν.

Είναι καλοκαίρι και κουβαλάω μαζί μου το Μπαχάρ, οι σελίδες γεμίζουν κόκκους απ’ τις παραλίες του Λιβυκού, το κουβαλάω με καμάρι σαν το πιο πολύτιμο πράγμα του κόσμου, είναι το πιο πολύτιμο πράγμα του κόσμου και θα παραμείνει, κι αν βέβαια τα πράγματα ήρθαν αλλιώς, πάντα, πάντα εκεί έξω θα υπάρχουν μερικοί συνωμότες που θα ξέρουν τι σημαίνει «Τζόνι σε ψηλό», «ομορφοβία» και «Λένα μου σεβντά μου». Και που κάθε φορά που θα περνούν από το Πέραμα θα σηκώνουν το βλέμμα και θα αναζητούν αγγέλους κρεμασμένους από γερανούς. Εγώ δεν μιλάω για ένα έντυπο, μιλάω για έρωτα.

Είναι φθινόπωρο και έχουν σκοτώσει τον Παύλο Φύσσα, ακούω την ηχογράφηση του κειμένου που γράψαμε μαζί με την Ελένη, συγκλονίζομαι, κάνω βόλτες στη γειτονιά και καπνίζω, δεν μπορώ να συνέλθω, είμαστε όλοι μαζί, πονάμε για το φασισμό όλοι μαζί, στο τέλος θα τον τσακίσουμε, όλοι μαζί.

Είναι χειμώνας και κάνουμε εκπομπή για τον Αγγελόπουλο, μέρες τώρα ετοιμαζόμουνα, όλα πάνε στραβά, έχω μεθύσει και χάνω τα λόγια μου, δεν πειράζει όμως γιατί κάτω απ’ το πατάρι μόλις γνώρισα δυο υπέροχα παιδιά, την Άρτεμη και τον Κώστα. Έχει νυχτώσει πια για τα καλά και ο καλός μου ο Κοντραμπάντο μας απαγγέλλει τον Τελευταίο Σταθμό του Σεφέρη με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι, το αδειάζει γρήγορα, το ξαναγεμίζει, τον ακολουθούμε όλοι μαγεμένοι σαν μελισσάκια τη βασίλισσα μέλισσα, ο Κοντραμπάντο είναι ο πιο υπέροχος άνθρωπος στον κόσμο, ο Κοντραμπάντο είναι ο δάσκαλος που ποτέ δεν είχαμε, ο Κοντραμπάντο είναι τόσο πολύ αδύνατος που θέλω να τον αγκαλιάσω.

Είναι απόκριες και χορεύουμε Πωλίνα με ανθρώπους που την επόμενη μέρα θα συναντήσουμε σε κάποια διαδήλωση. Είναι πάλι άνοιξη και ακούω την εκπομπή με τον Μπακιρτζή, ακούω την εκπομπή με την Ματούλα, και δεν είμαι εκεί, νευριάζω που δεν είμαι εκεί, εκεί είναι οι φίλοι μου, μια μέρα θα πάω κι εγώ, μόνιμα, θα με περιμένουν στην Ιπποκράτους να πιούμε μαζί όλες τις μπύρες του κόσμου.

Είναι η τελευταία μου μέρα στην Αθήνα και είμαι σκατά, δεν ξέρω που να πάω, πάω στο Radiobubble, είμαι κομμάτια, η Καλλιόπη μου λέει άσχετα για να κρατάει το μυαλό μου απασχολημένο, πρώτη φορά μαθαίνω για τη ραδιοφούσκα στο διάστημα. Η ραδιοφούσκα είναι το μέρος που πηγαίνουν οι φωνές όταν φεύγουν απ’ τη γη, το Radiobubble είναι το μέρος που πηγαίνουν οι άνθρωποι που πατούν γερά στη γη. Εγώ δεν μιλάω για ραδιόφωνο, μιλάω για έρωτα.

Και κάπως έτσι πέρασαν οι μήνες, τα χρόνια, με πολλές αγκαλιές και πολλή αγάπη, με μερικούς υπέροχους τρελούς που κάποτε ερωτεύτηκαν κι έγραψαν ιστορία, στην πορεία κάποιοι έφυγαν, κάποιοι ψωνίστηκαν, κάποιοι ξεπουλήθηκαν, κάποιοι έφτιαξαν άλλους κόσμους μαγικούς, παράλληλους ή ομόκεντρους, κάποιοι χάθηκαν για πάντα, κάποιοι συνέχισαν να το παλεύουν, με κάποιους ακόμα το παλεύουμε μαζί.

Αυτά περίπου είναι για ‘μένα το Radiobubble, οι άνθρωποι που ερωτεύτηκα, άνθρωποι που η ζωή μας έφερε κοντά, μετά μας πήρε μακριά και μια μέρα ίσως μας ξαναφέρει κοντά. Οι άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν σε ψευδώνυμα όπως ένας όμορφος που είχα παλιά μπαινόβγαινε σε θάλασσες του Λιβυκού, γαλάζιες.

Μια μέρα θα ξανασυναντηθούμε. Θα είμαστε και πάλι όλοι μαζί, χωρίς στρατόπεδα, παρατάξεις, φράγκα, περιουσίες, αυτοματισμούς. Μια μέρα θα ξαναερωτευτούμε, όπως την πρώτη φορά. Και τότε θα τους ξανακάνουμε σαμποτάζ!
 


Βατατζή ή Βατάτζη; Εκεί! (Jaquou vs l' Utopie)

για τους αγαπημένους του radiobubble

Όταν συμβαίνουν γεγονότα σημαντικά για τη ζωή τους, οι άνθρωποι θυμούνται τουλάχιστον τις ημερομηνίες. Τις κάνουν ορόσημα, πετραδάκια στον δρόμο του τυφλού κοντορεβιθούλη, και σημαδεύουν τις διαδρομές τους. Τις γιορτάζουν, τις σιχτιρίζουν, κάνουν γιορτές ή πίνουν μόνοι τους μέχρι να μεθύσουν. Είναι τα στίγματα που ζωγραφίζουν στο δέρμα.

Εγώ δεν θυμάμαι ποτέ ημερομηνίες. Ο χρόνος δεν έχει καταφέρει ακόμα να μετατραπεί σε ορόσημο και η νοσταλγία δεν με έχει ακόμα πλησιάσει. Εφηβικά του φέρομαι δεκαετίες τώρα, λες και δεν υπάρχει. Θυμάμαι όμως τα πρώτα βλέμματα και τα πρώτα συναισθήματα και πάντα συνειδητοποιώ από την πρώτη στιγμή τον έρωτα. Τον αναγνωρίζω χωρίς δυσκολία και δεύτερες σκέψεις και τον κυνηγάω με πείσμα.

Δεν θυμάμαι λοιπόν ποια χρονιά ήταν. Δεν θυμάμαι ούτε ποια ήταν η αφορμή που ανέβηκα την κόκκινη σκάλα. Είχε σίγουρα να κάνει με μια διαδήλωση, ίσως με μια γενική απεργία και ο Τάκης μου πρότεινε να περάσω από τη ραδιόφουσκα για να σχολιάσουμε τα γεγονότα. Ήταν μια απρόσμενη πρόσκληση αλλά θρασύτατη και γλωσσοκοπάνα, πήγα. Δεν θυμάμαι τι είπα. Ήμουν φαντάζομαι μια διαδήλωση έτοιμη να ξεσπάσει.

Εκεί τους γνώρισα όλους. Ξενάκι,  από έναν διαδικτυακό κόσμο όπου τα ψευδώνυμα αποκτούσαν πρόσωπα μετά από ημέρες συνεννοήσεων, μπήκα σε έναν κόσμο που τα πρόσωπα αποκτούν διαδικτυακά ψευδώνυμα και  εξελίσσονται σε γοητεία ριζωμένη στα φώτα της ξύλινης μπάρας. Αυτοί είναι άνθρωποι νησιά με εκατοντάδες απόψεις ανά δευτερόλεπτο και τις εκφράζουν δυναμικά χωρίς να λογαριάζουν το κόστος της ορμής. Φυτεύουν διαρκώς ιδέες και τις βλέπουν να φτιάχνουν κορμούς, πληρώνοντας ακριβά τις ώρες που σκάλιζαν για να ανακατευτεί το χώμα. Βουτάνε στο σήμερα, τη ζωή, την επικαιρότητα, το χθες, την ποίηση, τα παιδιά, τη μουσική, τον έρωτα, τις λέξεις, τα βλέμματα, τα αγγίγματα, τα θολά ποτήρια και φτύνουν κατάμουτρα τις δεύτερες σκέψεις τους. Εμπιστεύονται χωρίς να σκέφτονται τις παρενέργειες. Ζούνε την ηθική τους και δεν τρέφονται από αυτή. Δίνουν μάχες στα χαρακώματα μιας προσωπικής αισθητικής ρευστής και εξελισσόμενης. Ανοίγουν τα αυτιά σε άγνωστα τραγούδια και ψάχνουν τις αιτίες για να τα αγκαλιάσουν. Και τις βρίσκουν. Πατάνε στο κεφάλι τις ανάγκες, αναπνέουν το οξυγόνο της επιθυμίας, συμπιέζονται από την καθημερινότητα και κλωτσάνε με πείσμα τους μπάτσους της.

Τα χρώματα που μας αγκάλιασαν, πράσινο και κόκκινο. Πατάμε ακόμα το ζωγραφιστό πάτωμα και κοιτάμε τη θάλασσα πίσω από τα λουλούδια. Καπνίζουμε και βρίζουμε τους καπνιστές, πίνουμε και ακολουθούμε τον Καίσαρα πάνω κάτω στο πατάρι. Τον ξεμοναχιάζουμε για να μας πει δυο λέξεις.

- Παλεύεται το μηδέν;

Έ ν α

Άρθρωσα με έπαρση

Και μετά

έ ν α  συν  έ ν α

Κάνουν

δ ύ ο

λες και ήταν κεκτημένο από αιώνες

το σ υ ν

για να μας πάει παραπέρα*


Ήταν ψέματα πως οι νέες λέξεις γεννήθηκαν στην Ιπποκράτους. Γεννήθηκαν κάπου μεταξύ Βατάτζη και Βατατζή γωνία, σε μια διεύθυνση που δεν ξέρουμε πως προφέρεται, δεν ξέρουμε που τονίζεται, δεν θέλουμε να την ορίσουμε, δεν θέλουμε να μας ορίσει αλλά ζούμε μέσα της.

Εσείς, ξέρετε ποιοι είστε, εσείς εκεί έξω, κρατάτε την καρδιά μου ζωντανή να αναπνέει στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Εσείς, ανάψτε τους φάρους της επόμενης εφήμερης στεριάς. Τα χαμένα παιδιά έχουν ανοίξει ήδη πανιά…

* Απόσπασμα από Το Εξώφυλλο Δέρμα Του Χρόνου, του Πάνου Οικονόμου

 

Από φθινόπωρο θα ερωτευτούμε αλλού (Μαρία Πετρίτση)

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "δρόμος της Αριστεράς" στις 28 Ιουνίου 2014)


“Σε μια εποχή όπου το όνειρο της επιτυχίας, κάθε είδους επιτυχίας, έχει αποστραγγιχτεί από όλα τα άλλα νοήματα εκτός από τον εαυτό του, οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε με βάση το οποίο να μετρήσουν τα επιτεύγματά τους, εκτός από τα επιτεύγματα των άλλων. Η αυτοέγκριση εξαρτάται από τη δημόσια αναγνώριση και επιδοκιμασία, και η ποιότητα αυτής της έγκρισης έχει υποστεί από μόνη της πολλές σημαντικές αλλαγές“.

Αυτά λέει ο Κρίστοφερ Λας στο βιβλίο του “Η κουλτούρα του ναρκισσισμού“, και εν προκειμένω, τηρουμένων των αναλογιών, η φράση θα μπορούσε να αναφέρεται στο radiobubble. Σκληρή και άκαμπτη η πραγματικότητα, παρόλα αυτά οι άξιοι επιβιώνουν και προχωρούν. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, μαζί με το γνωστό πατάρι απ’ όπου εξέπεμπε και το “διαγαλαξιακό ραδιόφωνο” του σταθμού, κλείνει το Σάββατο 28 Ιουνίου. Μέσα στα οκτώ χρόνια λειτουργίας του κατάφερε να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζονται για να θεωρείται, ήδη, ιστορικό στέκι. Κέρδισε την αγάπη μιας μεγάλης μερίδας κόσμου που, ενίοτε, δεν δίσταζε να ταξιδέψει και από άλλες χώρες για να παρευρεθεί σε κάποια εκδήλωση, και το θαυμασμό των “συναδέλφων” του, που σε πολύ μεγάλο βαθμό αναγνώρισαν την ιδιαιτερότητα της ουσίας αυτού του μαγαζιού και υποκλίθηκαν στο πρωτοποριακό του ύφος.

Τα ελληνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης το επαίνεσαν πολύ, με αποκορύφωμα τους New York Times, που αφιέρωσαν μια ολόκληρη στήλη στο “πατάρι του radiobubble”, τονίζοντας το ρόλο του στην εγχώρια και διεθνή ενημέρωση.
Από κεί πέρασαν προσωπικότητες του πολιτικού και καλλιτεχνικού – και όχι μόνο – χώρου όπως ο Περικλής Κοροβέσης, η Όλια Λαζαρίδου, ο Νίκος Αναγνώστου, ο Πάνος Οικονόμου και λοιποί. Στα ελάχιστα τετραγωνικά του radiobubble ενώθηκαν παρέες, γεννήθηκαν έρωτες, στήθηκαν φιλίες, συνέβησαν σπάνια πράγματα. Προωθήθηκε και υπηρετήθηκε η ανεξάρτητη ενημέρωση, οργανώθηκαν κοινές δράσεις. Η δημιουργική διάθεση των θαμώνων άνθισε. Ακτιβιστές, καλλιτέχνες, διανοούμενοι και ονειροπόλοι ασυμβίβαστοι με την πλήξη και την ομοιομορφία της εποχής, όλοι βρήκαν τη θέση τους στο αθηναϊκό στέκι. Ο Αποστόλης Καπαρουδάκης και η Καλιόππη Τακάκη, οι ιδρυτές και υπεύθυνοι, ήξεραν να είναι στήριγμα, φίλοι, διοργανωτές και επιχειρηματίες. Χωρίς να χάσουν ποτέ την ανθρώπινη πλευρά του επαγγελματικού ρόλου τους, κατόρθωναν με ευκολία και αμεσότητα να αγκαλιάζουν τους ανθρώπους τους και να κάνουν την αθηναϊκή νύχτα ένα μεγάλο, μακρύ καλοκαίρι.

Ο Αποστόλης δημιούργησε το radiobubble.gr το 2007. Έτσι, έχοντας την ευθύνη του προγράμματος ενός εμβληματικού “ραδιοφώνου της νέας εποχής” και αναζητώντας τρόπους για να μπορούν να γίνουν πράξη έννοιες όπως “δημιουργία διαδικτυακής κοινότητας” και “δημοσιογραφία των πολιτών“, ειδικεύτηκε στις ιδιαιτερότητες του web radio και της δημοσιογραφίας στα νέα μέσα. Είχε την ευθύνη του προγράμματος του radiobubble, καθώς και του συντονισμού των διαφορετικών ομάδων της ανοικτής κοινότητάς του (news, blogs, music, community, cafe/bar), ήταν μέλος της ομάδας των ειδήσεων του #rbnews και ανήκει στην ιδρυτική ομάδα του Hackademy.

Σήμερα το απόγευμα, στις 18.00, το radiobubble αποχαιρετά τους φίλους του. Πριν ρίξει την αυλαία, προσκαλεί όλο τον κόσμο σε ένα εγκάρδιο, ανοιχτό πάρτι. Για λίγη ακόμα συγκίνηση, χαρά, συντροφικότητα και εκείνο το όμορφο συναίσθημα του ανήκειν, τα παιδιά της Ιπποκράτους 146 απόψε συναντιούνται για μια τελευταία φορά στο στέκι. Κάθε τέλος, όμως, είναι και μια καινούρια αρχή. Όπως πολύ χαρακτηριστικά δήλωσε η Καλλιόπη, “από φθινόπωρο θα ερωτευτούμε αλλού”. Η αγάπη δεν στερεύει. Ας κάνουμε πως δεν ακούμε εκείνο το εσώτερο Κρακ! και ας βάλουμε ακόμη ένα ποτό στην υγειά των φίλων. Τον Σεπτέμβρη θα ξανανθίσει κάπου ολοκαίνουρια ο bubble έρωτάς μας.
 

 
Μια φούσκα που δεν ήταν (Tα Χαμένα Επεισόδια)

Την προηγούμενη Τρίτη κατέβαινα την Ιπποκράτους λίγο πιο σκεφτικός από ότι συνήθως, σκεφτόμουν, θυμόμουν, θύμωνα, γελούσα, τελικά μέχρι να βγω στην Πανεπιστημίου χαμογελούσα. Ήταν λίγο διαφορετική εκείνη η Τρίτη, αν και είχε ξεκινήσει με τον γνωστό της ρυθμό, το πρωί δουλειά και το μεσημέρι, μόλις πάτησα το πόδι μου στον δρόμο, τηλέφωνο στην Καλλιόπη, είσαι εκεί, εδώ είμαι, έρχομαι. Η συνήθεια της Τρίτης ξεκίνησε τον Οκτώβριο, τότε που νόμιζα ότι μπορώ να κάνω εκπομπές στο ραδιόφωνο (γελάει ο κόσμος), και ενώ σταμάτησα τις εκπομπές με την Κ. κακήν κακώς (αλλά καλώς), ο καφές τις Τρίτες στο radiobubble συνεχίστηκε (καλά, όχι κάθε Τρίτη, καμιά φορά χρειαζόταν να ακούσω στο τηλέφωνο αυτή τη γλυκιά καλούτσικη φωνή να ουρλιάζει γλυκοψυθιρίζει, πού χάθηκες πάλι, έλα, για να ξαναπάω). Τέλος πάντων, την προηγούμενη Τρίτη κατέβαινα σκεφτικός την Ιπποκράτους γιατί μόλις είχα μάθει ότι το καφέ του bubble θα κλείσει. Και αυτό είναι ένα post  που δεν θέλει να γίνει νοσταλγικό, ούτε αποχαιρετιστήριο, θέλει μόνο να πει ευχαριστώ.

Όποιος έχει ασχοληθεί με το internet στην Ελλάδα τα τελευταία 5 χρόνια ξεφεύγοντας από το κλασικό τρίπτυχο facebook, porn, downloading, νομίζω (ή έτσι θέλω να πιστεύω) ότι ξέρει το bubble, έχει ακούσει έστω και για 10 δευτερόλεπτα κάποια από τις εκπομπές του, έχει ενημερωθεί έστω και τυχαία από το rbnews και αν το έχει ψάξει λίγο περισσότερο, έχει περάσει για έναν καφέ (ο οποίος αποκλείεται να ήταν φραπές) από την Ιπποκράτους ή έχει βρεθεί σε κάποιο από τα μαγικά πάρτυ του. Το καφέ του bubble ήταν το σημείο ενσάρκωσης των άβαταρς, πήγαινα ως Χαμένο Επεισόδιο και έφευγα ως Γιώργος, γνώρισα τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους που έχω γνωρίσει την τελευταία τριετία, ήπια ατελείωτα λίτρα μπύρας, έφτασα ακόμα και να ντυθώ για αποκριάτικο πάρτυ (αν και γενικώς σιχαίνομαι τις απόκριες) βάζοντας για κάπα ένα κόκκινο ριχτάρι καναπέ και κρατώντας για υπερόπλο ένα πλαστικό κίτρινο λουλούδι (ναι, ήμουν ένας υπερήρωας που γκρεμοτσακίστηκε, τι δεν καταλαβαίνεις;).

Κυρίως όμως το bubble ήταν στέκι, από αυτό που είχαμε στο λύκειο ή στο πανεπιστήμιο, ένας χώρος που ήξερες ότι ακόμα κι αν πας μόνος σου θα βρεις καλή παρέα, θα συζητήσεις, θα γελάσεις, θα κλάψεις, θα τρολάρεις, θα ξεχαστείς. Ήταν επίσης σημείο συνάντησης ανθρώπων που διαφορετικά ίσως και να μην βρίσκονταν ποτέ, στα τραπεζάκια του τα dm’s και τα mentions (και τα αμένσιωτα επίσης) μετατρέπονταν σε πραγματική συζήτηση, τα υπονοούμενα γίνονταν φλερτ, οι διαφωνίες κατέληγαν να πνιγούν σε ποτήρια με ουίσκι και βότκα. Στο 146 της Ιπποκράτους καταλάβαινες γιατί αξίζει να ασχοληθείς με το internet σήμερα και η απάντηση ήταν απλή: οι άνθρωποι που θα γνωρίσεις εδώ μέσα. Δεν θα αρχίσω τώρα τον κατάλογο των ονομάτων, θέλω μόνο να πω, αφού φτάσαμε ως εδώ, αυτό: ευχαριστώ Καλλιόπη, Αποστόλη, Μαρίνα, Μαρία, Λένα, Πετρούλα, Κωνσταντίνα, Σταυρούλα, Μαριάννα, Σπύρο, Μύριαμ, Νίκο (είδατε πώς χωράτε όλοι σε μια πρόταση; Χωράτε – και τέλος πάντων εδώ είναι το blog μου και τις προτάσεις τις γράφω εγώ). Και μην ξεχνάμε ότι και οι συλλογικότητες είναι όπως όλες οι σχέσεις, σήμερα που είμαστε μαζί νομίζουμε ότι θα μείνουμε για πάντα, αλλά μετά οι συνθήκες αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν, γίνονται πράγματα μη αναστρέψιμα και καταλυτικά, αλλά κι αν τελικά χωρίζουμε δε σημαίνει ότι εν τω μεταξύ δεν αγαπηθήκαμε, κι αν μαλώσαμε δε σημαίνει ότι εν τω μεταξύ δεν νοιαστήκαμε.

Το καφέ στην Ιπποκράτους κλείνει (ναι, γιατί προφανώς δεν έκανε λεφτά) και από Σεπτέμβρη τα ραντεβού θα δίνονται αλλού, αύριο Σάββατο 28.06 θα γίνει το τελευταίο μεγάλο πάρτυ και προσωπικά θα φροντίσω να μη μείνει σταγόνα στην κάβα. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή αυτή η φούσκα, είναι η μόνη που αξίζει να τη ζεις.

(Άλλα ξεκίνησα να γράψω, άλλα έγραψα. Δεν πειράζει, ας μείνει και κάτι ανείπωτο, δεν είναι πάντα οι λέξεις η σωστή διαφυγή)


Radiobubble: So Long and Thanks for All the Phygital (Σπύρος Δερβενιώτης)  


Tελευταίο σαββατοκύριακο για τo cafe/studio του radiobubble . Στην ηλικία μου είσαι πλέον πάλιουρας στις κηδείες, ειδικά προσπαθειών που έμειναν από καύσιμο ακριβώς στη μέση της ερήμου που τα χρειαζόματαν για να φτάσουμε στον πολιτισμό. Εγχειρήματα όπως η “Γαλέρα”π.χ. στα οποία διανύσαμε όλα τα χιλιόμετρα ανάμεσα σ’ εκείνα τα ψυθυρίσματα στ’ αυτί που ουσιαστικά σημαίνουν “πάμε σπίτι σου;” μέχρι εκείνα που ουσιαστικά σημαίνουν “πηγαίντε τον στην πίσω αυλή και εκτελέστε τον”. Εγχειρήματα ανθρώπων που τα δώσανε όλα και ακριβώς γι αυτο δεν κράτησαν τίποτα για πάρτη τους, και παρ’ όλα αυτά βγήκαν κερδισμένοι. Όχι από φράγκα, αυτά πάνε σε ανθρώπους που τα επιθυμούν, “κι αυτό το εισπράτει το κοινό” , ξεχωρίζουν κάποια στιγμή τα πιράνχας απ’ τα χρυσόψαρα, αλλα γι αυτά θα μιλήσουμε (ή όχι) στο μέλλον, προς το παρόν έχουμε κηδεία, και στις κηδείες κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά τι έχεις να πείς για το μέλλον, και ναί, κάπου εδώ πρέπει να βάλω τελεία.

Με τον Αποστόλη δεν θα χαθούμε, ούτως ή άλλως, οι βίοι μας άλλωστε είναι παράλληλοι εδώ και δυόμισι δεκαετίες, από τότε που μέχρι κι ο Τσακνής έγραφε καλά τραγούδια.

“Τα όνειρα των εραστών δε σβήνουν”.




Ένα αθηναϊκό στέκι μας αποχαιρετά (Μαρία Πετρίτση)

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Αυγή" στις 28 Ιουνίου 2014)

Το Σάββατο 28 Ιουνίου, ένα γνωστό αθηναϊκό στέκι, το radiobubble, κλείνει τις πόρτες του. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, όπου μέχρι σήμερα στεγαζόταν και το ραδιοφωνικό στούντιο του ομώνυμου διαδικτυακού σταθμού, αποχαιρετά το κοινό και τους φίλους που εδώ και επτά χρόνια το αγάπησαν, το στήριξαν και μοιράστηκαν εντός του μικρότερα ή μεγαλύτερα κομμάτια ζωής και όχι μόνο. Από το φθινόπωρο θα βρίσκεται σε αναζήτηση νέου χώρου.

radiobubble sima logo eng1 300x219 Ένα αθηναϊκό στέκι μας αποχαιρετάΟ Αποστόλης Καπαρουδάκης δημιούργησε το radiobubble.gr το 2007. Έτσι, έχοντας την ευθύνη του προγράμματος ενός εμβληματικού “ραδιοφώνου της νέας εποχής” και αναζητώντας τρόπους για να μπορούν να γίνουν πράξη έννοιες όπως “δημιουργία διαδικτυακής κοινότητας” και “δημοσιογραφία των πολιτών”, ειδικεύτηκε στις ιδιαιτερότητες του web radio και της δημοσιογραφίας στα νέα μέσα. Είχε την ευθύνη του προγράμματος του radiobubble, καθώς και του συντονισμού των διαφορετικών ομάδων της ανοικτής κοινότητάς του (news, blogs, music, community, cafe/bar), ήταν μέλος της ομάδας των ειδήσεων του #rbnews και ανήκει στην ιδρυτική ομάδα του Hackademy.

Στο πλευρό του, η Καλλιόπη Τακάκη, ηχολήπτρια και ηθοποιός. Ως ηθοποιός έχει δουλέψει στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στην τηλεόραση. Ως ηχολήπτρια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και σε συναυλίες με γνωστά- άγνωστα συγκροτήματα. Για μικρά χρονικά διαστήματα, συνεργάστηκε στην παραγωγή τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρουσίαζε μουσικές εκπομπές σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αθήνας και στο radiobubble.

Στον αέρα του ραδιοφώνου παραγωγοί του radiobubble και αγαπημένοι καλεσμένοι όπως ο Περικλής Κοροβέσης, η Όλια Λαζαρίδου, ο Νίκος Αναγνώστου, ο Πάνος Οικονόμου, καθώς και πολλοί μπλόγκερς, μουσικοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, ποιητές, ακτιβιστές, και πάσης φύσεως καλλιτεχνικές φύσεις συμμετείχαν ή παρουσίασαν γενικές και θεματικές εκπομπές, έκαναν κινηματογραφικά και θεατρικά αφιερώματα, σχολίασαν την επικαιρότητα και έδωσαν πρόσβαση σε Έλληνες του εξωτερικού αλλά και σε διεθνείς κοινότητες στην ενημέρωση για θέματα ελληνικής και όχι μόνο επικαιρότητας. Τα ελληνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης σχολίασαν συχνά “το φαινόμενο radiobubble”, με αποκορύφωμα τους New York Times, που αφιέρωσαν μια στήλη στο “πατάρι του radiobubble”, τονίζοντας το ρόλο του στην εγχώρια και διεθνή ενημέρωση

Μέσα στα επτά χρόνια λειτουργίας του το εξαρχειώτικο καφέ κατάφερε να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζονται για να μπορεί ήδη να χαρακτηριστεί ιστορικό στέκι. Το σημαντικότερο επίτευγμα των ανθρώπων του radiobubble ήταν πως κατάφεραν, σε μια τόσο δύσκολη εποχή, να δημιουργήσουν και να τροφοδοτήσουν μέχρις εσχάτων όχι μόνο έναν κοινωνικό χώρο αλλά και μια κοινότητα όπου το αίσθημα του ανήκειν έπαιξε από την πρώτη στιγμή πρωτεύοντα ρόλο.
Σήμερα το απόγευμα, στις 18.00, το radiobubble αποχαιρετά τους φίλους του. Πριν ρίξει την αυλαία, προσκαλεί όλο τον κόσμο σε ένα εγκάρδιο, ανοιχτό πάρτι. Κάθε τέλος, όμως, είναι και μια καινούρια αρχή. Όπως πολύ χαρακτηριστικά δήλωσε η Καλλιόπη, “απ’ το φθινόπωρο θα ερωτευτούμε αλλού”. Ας ευχηθούμε καλή επιτυχία και ένα δυναμικό, αισιόδοξο νέο ξεκίνημα.
 


heart of gold (Giagia Duck)
 

εγώ  είμαι ίσως η τελευταία που μπορώ να μιλήσω για το μπαμπλ. Όψιμα το γνώρισα,  εκπομπές δεν έκανα, όσες φορές ανέβηκα στο πατάρι δεν άνοιξα το στόμα μου παρά μόνο για να πιω καφέ,  στα πάρτυ, ως γνήσια ξενέρωτη, έπινα νερό και στο τσακίρ κέφι κανά τζιν τόνικ, τις δημιουργικές μέρες και νύχτες τις έστηναν άλλοι κι εγώ τις παρακολουθούσα από μακριά, λίγες ήταν οι εκπομπές που άκουγα

μα θα μιλήσω γιατί θέλω να πω

ότι  το πρώτο βράδυ που πάτησα το πόδι μου στο μαγαζί –μετά από παιδικό πάρτυ, έβρεχε και όλες οι αναστολές είχαν φουντώσει μέσα μου /πού πας γιαγιά, που δεν ξέρεις κανέναν, τι θα πει ο κόσμος και τα σχετικά/  ένας Καναλάρχης μου μιλούσε  και με κέρναγε λες και μ’ήξερε χρόνια, ένας Anenecuilco σιγόνταρε από δίπλα σε κουβέντα για τον Εγγονόπουλο, γιατί ξαναπήγα σύντομα κι από τότε πολλές φορές, αγάπησα την Καλλιόπη, αγάπησα και τον Καίσαρα /δε γίνεται άλλωστε αλλιώς/ γνώρισα πολλούς, άλλους πού’ν’εκεί και νοσταλγούν προκαταβολικά κι άλλους πού’χουν φύγει και σιωπούν ή θεωρούν τη νοσταλγία ήττα, λεφτά δε μ’άφησαν να πληρώσω ποτέ (έχει δίκιο η Κροτ, «λεφτά δεν κάναμε»), με κέρναγαν ανάποδους φρέντο και μυρωδάτα τσάγια, μεσημεριανά παγωτά και μεταμεσονύχτια σάντουιτς, βρήκα έναν κόσμο μακριά από την απέλπιδα ρηχότητα των συναδέλφων μου, που μπορούσα μαζί του να καθίσω, να μιλήσω, να πολιτικολογήσω κι ας διαφωνούμε, ονειρευόμουν κοιτώντας τα ελπιδοφόρα φαναράκια της απέναντι ταράτσας, βρήκα ένα λόγο να ξαναγαπήσω την Ιπποκράτους των νεανικών μου χρόνων και να την κατεβαίνω με την ίδια λαχτάρα

κι ήταν ωραία

(κι ας μην έπαιζαν Neil Young ;-Ρ)


αυτό το τσούρμο των ωραίων τρελών ( Кроткая)
 

Αυτό το κείμενο προσπαθεί να γραφτεί εδώ και τρεις-τέσσερις μέρες. Το στριφογυρίζω στο κεφάλι μου μέσα στο μετρό, την ώρα που καπνίζω, πριν κοιμηθώ, το φέρνω από δω, το φέρνω από κεί, σβήνω, ξαναγράφω. Τι τα θες, μερικά πράγματα δεν χωράνε στις λέξεις.

Νόμιζα πως θα ένιωθα θλίψη, αλλά τελικά νιώθω απορία και αμηχανία. Εδώ και τέσσερα χρόνια το Μπαμπλ ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς μου, είτε επειδή έκανα πράγματα γι’αυτό, είτε με τις εκπομπές του, είτε με τους ανθρώπους του, μάλλον με όλους αυτούς τους τρόπους μαζί. Το Μπαμπλ είναι δημιουργικότητα και φαντασία και συζητήσεις και διαφωνίες και τρολάρισμα και πλάκες και καβγάδες και δυσκολίες και φως και χαρά. Το Μπαμπλ είναι ένα πολύχρωμο παζλ τρέλας και απρόσμενων εκπλήξεων, ομορφιάς και γέλιου και κλάματος και συγκίνησης. Κυρίως συγκίνηση είναι το Μπαμπλ: συν-κίνηση. Για έξι χρόνια (πέντε για μένα), κινηθήκαμε όλοι μαζί κι όσοι διάλεξαν να βρεθούν περιστασιακά μαζί μας, στους άγνωστους δρόμους της μουσικής, της τέχνης, της ποίησης, του θεάτρου, της πληροφορίας και του διαδικτύου. Κάναμε ραδιόφωνο, αλλά κάναμε και πολύ περισσότερα από αυτό. Κάναμε ουσιαστικές παρεμβάσεις και γενήσαμε ιδέες και πράξεις, δείξαμε άλλους τρόπους να ζει κανείς την καθημερινότητα, σε μια πολύ ζοφερή εποχή.

Πάνω από όλα κάναμε φίλους, γίναμε φίλοι και σύντροφοι, μπλέξαμε τα χέρια μας σε μια προσπάθεια να φέρουμε καινούρια πράγματα στο αστικό τοπίο, στην πολιτική και την τέχνη. Αυτό που μας ένοιαζε πάνω από όλα είναι να νικάμε κάθε μέρα το τέρας, αλλά δε φοβηθήκαμε ποτέ να περιγράψουμε το πρόσωπό του ούτε να το αντιμετωπίσουμε. Το τέρας εξάλλου το τρέφουμε όλοι εντός μας, η νίκη είναι να καταφέρνουμε να το σκοτώνουμε κάθε μέρα. Κι ο μόνος τρόπος -τα’χω ξαναπεί- είναι οι συλλογικότητες και η συντροφικότητα. Αυτό ήταν σίγουρα το μπαμπλ, μαζί με μεθύσια, χορούς, γλέντια, θολά βλέμματα διαθλασμένα μέσα από θολά ποτά. Στο παταράκι του Μπαμπλ έγιναν πολύ σπουδαία πράγματα, κι αυτό που μπορώ να πω είναι πως, όταν όλα αυτά (ή έστω πολλά από αυτά) τα ζεις από μακριά, η νοσταλγία νοηματοδοτείται πια αλλιώς. Παίρνει άλλο περιεχόμενο.

Ένα πράμα δεν κάναμε αυτά τα έξι χρόνια: λεφτά. Τι να κάνεις. Όταν ασχολείσαι με την ουσία, τη δημιουργία και το αντίδοτο στο τέρας, τα πλάνα για λεφτά δε χωράνε στο business plan σου. Είσαι πολύ μπίζι με άλλα.

Σκέφτομαι όσα έζησα στην Ιπποκράτους τα τελευταία πέντε χρόνια. Σκέφτομαι φίλους κι εχθρούς και χαμένους. Σκέφτομαι τα βράδια και τα ξημερώματα που ενώσαμε φωνές και ψυχές. Δεν έχει νόημα να καταλογογραφήσω ανθρώπους, αλλά δε γίνεται να μην μιλήσω για τον Contrabbando, τον Καίσαρά μας, έναν από τους ελάχιστους σπάνιους ανθρώπους που είχα την απίστευτη τύχη να γνωρίσω εκεί μέσα. Αν με βάλεις να αναφέρω ένα πράγμα για το οποίο άξιζε το Μπαμπλ, αυτό ήταν σίγουρα ο Contrabbando.

Δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάνουμε Καίσαρες, είναι πολύ λίγοι πια. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να ζούμε και να δρούμε χωρίς Μπαμπλ-καταστάσεις. Λείπουν, σπανίζουν, γι’αυτό και λάμπουν πιο πολύ.

Άνω τελεία, λοιπόν. Και τα λέμε. Και #mono_agapi.



Ιπποκράτους 146 και Άλφα Κενταύρου γωνία (Γαλαξιάρχης)

Την Παρασκευή 27/6 κλείνει ένας κύκλος τριών ετών συμμετοχής μου σε ένα πολύ πρωτοποριακό σχήμα που είναι δύσκολο ακόμη και να το περιγράψεις. Ιντερνετικό ραδιόφωνο; Μουσικές; Πολιτισμός, Δημοσιογραφία των πολιτών; Κοινωνικά δίκτυα; Παρέες; Μπαράκι; Καφενείο; Κέντρο επιχειρήσεων; Πόσα χώρεσαν τελικά σε μόλις 30κάτι τετραγωνικά πίσω από μία συστάδα με λουλούδια ψηλά στην Ιπποκράτους;

Προσπαθώ εδώ και μία ώρα να γράψω έναν απολογισμό, καθώς από μεθαύριο -και μετά το απαραίτητο πάρτι- το μπαράκι που φιλοξενούσε το radiobubble στη Νεάπολη Εξαρχείων παύει να υπάρχει. Αλλά οι προτάσεις βγαίνουν το ίδιο χαώδεις, όπως η περιγραφή του radiobubble ως φυσικός, εικονικός και πάνω από όλα πραγματικός χώρος με πολύ πραγματικούς Ανθρώπους.

Οπότε σταματάω την προσπάθεια, γιατί όπως κι αν ξεδιπλώσεις τις προτάσεις, αυτές μετουσιώνονται σε μία και μόνη λέξη – με λαμπάκια που αναβοσβήνουν: «Αποχαιρετισμός»

Αποχαιρετισμός; Όχι δα.

Απλά τo radiobubble χαιρετάει το μπαράκι της Ιπποκράτους, για νέες διαγαλαξιακές διαδρομές.

Αύριο λοιπόν, Παρασκευή 27/6, στις 6 μ.μ. δύο από τους “παλαίμαχους” της ομάδας του #rbnews χαιρετάμε με τη σειρά μας το παταράκι που μας φιλοξένησε από το 2011, γνωστόν και ως radio booth. Χωρίς πρόγραμμα και χωρίς σενάριο. Με μπόλικες μουσικές και μία επιλογή από τα ανοίγματα περασμένων εκπομπών, φτιαγμένα στην “μονταζιέρα” του radiobubble news.

Από το Σεπτέμβριο τα ωραία.

Υ.Γ. Ραντεβού το Σάββατο στις 6 μ.μ. στο “φίτζιταλ” της Ιπποκράτους 146, για το εορταστικό goodbye.


 

Μέσα και έξω από τη φούσκα (old boy)

Για όλους εμάς που προτιμάμε να ζούμε κατά το πλείστον μέσα στο μυαλό μας,

για όλους εμάς που ποτέ δεν βρισκόμαστε εντελώς στον φυσικό χώρο στον οποίο βρισκόμαστε, καθώς την ίδια στιγμή θα είμαστε περισσότερο ή λιγότερο χαμένοι σε κάποια σκέψη,

για όλους εμάς που οι φυσικοί χώροι είναι μια ακόμη πληροφορία που επεξεργάζεται ο εγκέφαλός μας (και όχι απαραίτητα από τις πιο καθοριστικές),

για όλους εμάς που θύουμε στην αφηρημάδα και το αφηρημένo,

η λειτουργία που έχoυν κάποιοι ελάχιστοι φυσικοί χώροι

είναι αυτή της άγκυρας,

μιας άγκυρας που ρίχνουμε από 'κει ψηλά,

από τα άυλα και τα αφηρημένα

στα γήινα και τα συγκεκριμένα,

είναι επίσης η λειτουργία της απόδειξης,

πως είμαστε άνθρωποι ολόκληροι κι όχι πνεύματα σκέτα,

με τη διαφορά πως δεν πρόκειται για μια γείωση

που μας καθιστά άπιστους στη φύση μας,

αλλά για μια γείωση που μας καθιστά ακόμη πιο πιστούς,

αφού πρόκειται για μια γείωση εντελώς συνειδητή, ρομαντική κι ιδεολογική,

πρόκειται για την ιδεολογία της πίστης σε εκλεκτικές συγγένειες,

πρόκειται για τον ρομαντισμό ως δόγμα,

πρόκειται για την ανάγκη του ανήκειν σε κοινότητες μεγαλύτερες από σένα,

ακριβώς επειδή ζεις τόσο μέσα σε σένα και τόσο έξω από τους άλλους,

πρόκειται τελικά για ένα ρομαντισμό,

που όσο κι αν τον διαψεύδουν ενίοτε τα πράγματα

ή που όσο κι αν στην πορεία προκύπτουν διασπάσεις ή χωρισμοί δρόμων,

είναι απρόσβλητος από τα δεδομένα της πραγματικότητας,

καθώς η πραγματικότητα χάνει πάντοτε από την αλήθεια,

και η αλήθεια βρίσκεται στο συναίσθημα,

στην επιλογή νοηματοδότησης,

στην επιλογή να ζήσεις τις ιστορίες σου εδώ,

στην επιλογή να επενδύσεις ένα μέρος με αναμνήσεις,

λύνοντας την άγκυρα κι επιτρέποντάς του

να σηκωθεί κι εκείνο προς το άυλο και το ονειρικό,

προς το ολότελα πλαστό και το ακόμη πιο ολότελα αληθινό.

Μετά από τέσσερα χρόνια ιστορίας και ιστοριών, το radiobubble αποχαιρετά ολόκληρη αυτή την εβδομάδα το 146 της Ιπποκράτους, απειλώντας μας πως απ' το φθινόπωρο θα ερωτευθούμε ξανά. Ό,τι κι αν συμβεί από εδώ και πέρα όμως, το σίγουρο είναι πως ο χώρος της Ιπποκράτους υπήρξε, και ως γνωστόν είναι αδύνατη η κατάργηση της ύπαρξης.



Τελευταίος Ασπασμός (Duke Zappa)

Πως να χωρέσουν τέσσερα χρόνια σε ένα κείμενο; Μόνο τέσσερα; Ας πούμε έξι. Μια ολόκληρη ζωή, από εκείνο τον Νοέμβρη του 08, που πρωτοάκουσα Radiobubble. Για την ακρίβεια, ή ήταν μια από τις εκπομπές των Contrabbando, ή εκείνη η εκπομπή (live αναμετάδωση) των εκλογών στις ΗΠΑ (ναι εκείνων που πρωτοκέρδισε ο Ομπάμα). Ξεκίνησα ως απλός ακροατής, αλλά στην πορεία συνέχισα ως κάτι άλλο. Η αλήθεια ήταν ότι, τότε, το Radiobubble άνοιξε πόρτες στο μυαλό μου. Μέσω μιας εκπομπής του, βρέθηκα μπλεγμένος με ένα από τα πρώτα free press που κυκλοφόρησαν στη χώρα, το περίφημο “Καλειδοσκόπειο”, μαι σχέση που κρατάει ακόμα. Πριν από τέσσερα χρόνια, απαντώντας στην ανάγκη της κοινώτητας των φίλων του ραδιοσταθμού για ένα μέρος στο οποίο θα βρισκόταν η κοινότητα και θα τα έλεγε δια ζώσης. Μέσα στο στούντιο-καφέ της κοινότητας παίχτηκαν τα πάντα. Η, μάλλον, λίγο από τα πάντα. ΄Ερωτες, μικροί και μεγάλοι, διαφωνίες, φιλίες, συνεργασίες, εκπομπές, συναυλίες, γέλια, κλάμματα, χυλόπιτες, δράματα και περιπέτειες. Τώρα, τέσσερα χρόνια μετά, η κοινότητα του @radiobubble λέει αντίο στο φιλόξενο σπίτι της Ιπποκράτους 146, και ετοιμάζεται για νέες περιπέτειες, σε νέα σπίτια, ίσως και με νέους φίλους. Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ το Σάββατο θα πάω για έναν τελευταίο ασπασμό στο καφενεδάκι της Ιπποκράτους, που ήταν το στέκι μου τα τελευταία τέσσερα χρόνια.





Τον Σεπτέμβρη θα ερωτευτούμε αλλού (Theorema)

Αναρωτιέμαι καμιά φορά τι σημαίνει νοσταλγία και πότε την νιώθουμε.

Για παράδειγμα, η νοσταλγία έρχεται μάλλον με το σκίρτημα που αισθανόμαστε όταν θυμηθούμε, ξαφνικά, ένα αντικείμενο ή ένα πρόσωπο που έχουμε χάσει.

Ή μιας ευχάριστης κατάστασης που έφτασε στην ημερομηνία λήξης της, και έτσι όπως την ξέραμε, απλώς δεν έχει άλλο.

Πότε και πώς λήγουν όμως τα πράγματα και η αίσθηση που αφήνουν πίσω τους, όταν έχουν ήδη προλάβει να μας μαγέψουν;

Όσο ζει μέσα μας η έξαψη της δημιουργίας τους, και ο θρίαμβος της χαράς που μας πρόσφεραν, οι εμπειρίες και τα πράγματα παραμένουν ζωντανά – δεν λήγουν.

Η αγάπη δεν στερεύει.

Κανένα μήνυμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο αισιόδοξο από αυτό, μιας και μέσα του κρύβεται η υπόσχεση για ένα παλλόμενο μέλλον.

Το radiobubble μας φιλοξένησε για κάμποσο καιρό. Πρόλαβε να ριζώσει ευθέως όσο και παράπλευρα στην καθημερινότητά μας.

Μας συγκίνησε με συγκεκριμένες ή αφηρημένες αφορμές, μουσικές, ποτά, ανθρώπους σπάνιους και συναρπαστικούς, σε καλύτερες ή σε χειρότερες στιγμές – όλες δικές μας ήταν.

Μας έφερε κοντά σε οικείους μας.

Στην ωραία εκείνη ιδέα που αποκαλείται “ράτσα”.

 Ίδια ή παρόμοια με μας – ποτέ και κανείς δεν ένιωσε εκεί μέσα μόνος.

Ζήσαμε νύχτες ρομαντικές, γαλήνια απογεύματα, αλκοολικά χαράματα δίπλα σε μια άσφαλτο που μύριζε κοινή πορεία.

Αποστηθίσαμε βλέμματα, φωνές, αγγίγματα και μυρωδιές περαστικών από το διπλανό τραπέζι.

Ανθρώπινα πράγματα, δηλαδή, από κείνα που σε κάνουν να νιώθεις τόσο οπαδός της πραγματικότητας όσο και δέσμιος μιας ολόδικής σου, τρυφερής φαντασίας.

Το radiobubble της Ιπποκράτους 146, στις 28 Ιουνίου μας αποχαιρετά.

Ας κάνουμε πως δεν ακούμε εκείνο το εσώτερο Κρακ! και ας βάλουμε ακόμη ένα ποτό στην υγειά των φίλων.

Το φθινόπωρο θα ξανανθίσει κάπου ολοκαίνουρια ο bubble έρωτάς μας.
 

1 σχόλιο:

  1. Thank you a lot for sharing this with all folks you really
    recognize what you're speaking approximately! Bookmarked.
    Kindly additionally talk over with my web site =). We will have a hyperlink alternate arrangement among us
    proessaywriting.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή