Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

..και το κελάρι ήταν πάντα γεμάτο

// του Μάλκολμ Λόουρυ, απόσπασμα από το βιβλίο του "Κάτω από το ηφαίστειο" //



Οι νεαροί αυτοί ήταν όλοι τους τρομεροί και ακατάβλητοι πεζοπόροι. Το ‘βρισκαν παιχνίδι να περπατάνε είκοσι πέντε ή και τριάντα μίλια την ημέρα. Αυτό όμως που φαινόταν ακόμα πιο απίθανο, δεδομένου ότι κανείς τους δεν ξεπερνούσε ακόμα τη σχολική ηλικία, ήταν πως ήταν επίσης και τρομεροί, ακατάβλητοι πότες. Σε μια απλή βόλτα των πέντε μιλίων σταματούσαν σ’ όσα «παμπς» έβρισκαν και κατέβαζαν από μια ή δύο πίντες δυνατής μπύρας στο καθένα. Ακόμα κι ο μικρότερος, που δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαπέντε, κατέβαζε τις έξι πίντες του κάθε βδομάδα. Κι αν κανένας τους αρρώσταινε κι έκανε εμετό, τόσο το καλύτερο γι’ αυτόν. Έτσι έκανε χώρο για περισσότερη μπύρα. Ούτε ο Ζακ που είχε ευαίσθητο στομάχι – αν και είχε συνηθίσει στο σπίτι του να πίνει λίγο κρασί – ούτε ο Τζόφρεϋ που αντιπαθούσε τη γεύση της μπίρας και που άλλωστε φοιτούσε σ’ ένα πολύ αυστηρό σχολείο του Γουέσλεϋ, δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν αυτό το μεσαιωνικό ρυθμό. Ολόκληρη όμως η οικογένεια έπινε τρομερά.
Ο γέρο – Τάσκερσον, ένας ευγενικός και πανέξυπνος άνθρωπος, είχε χάσει το μοναδικό γιο του που είχε κληρονομήσει κάπως το ποιητικό του ταλέντο. Κάθε βράδυ καθόταν μόνος και βρύς στο γραφείο του, με την πόρτα ανοιχτή, κι έπινε με τις ώρες, με τις γάτες του κουλουριασμένες στα γόνατά του και το τρίξιμο της βραδινής του εφημερίδας να εκφράζει την αποδοκιμασία του για τους άλλους γιους που, από την πλευρά τους, κάθονταν κι έπιναν με τις ώρες στην τραπεζαρία.

Η κ. Τάσκερσον που στο σπίτι της έδειχνε εντελώς άλλος άνθρωπος, σαν να είχε απαλλαγεί από την ανάγκη να κάνει καλή εντύπωση, έκανε παρέα στους γιους της, με τ’ όμορφο πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο και κατά το ήμισυ αποδοκιμαστικό , χωρίς αυτό να την εμποδίζει να ξεπερνάει τους πάντες στο πιοτό. Βέβαια ήταν αλήθεια πως τα αγόρια άρχιζαν πιο νωρίς. Όχι πως ήταν από κείνους που θα τους έβλεπες ποτέ να παραπατάνε στους δρόμους. Ήταν θέμα τιμής γι’ αυτούς, όσο περισσότερο μεθούσαν τόσο πιο ξεμέθυστοι να φαίνονται. Κατά κανόνα περπατούσαν απίστευτα στητοί, με τους ώμους ριγμένους προς τα πίσω, το βλέμμα ίσιο μπροστά σαν σκοποί εν υπηρεσία, μόνο που στο τέλος της μέρας πήγαιναν πολύ πολύ αργά, με το ίδιο πάντα «στητό αντρίκιο παράστημα» που είχε τόσο εντυπωσιάσει τον κ. Λαρυέλ πατέρα. Παρ’ όλα αυτά δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο να δεις το πρωί ολόκληρη την οικογένεια τάβλα, σωριασμένη στο πάτωμα της τραπεζαρίας. Κανείς όμως δεν έμοιαζε να υποφέρει απ’ αυτό. Και το κελάρι ήταν πάντα γεμάτο με βαρέλια μπίρα για όποιον ένιωθε άσχημα.

Μάλκολμ Λόουρυ, από το βιβλίο του "Κάτω από το ηφαίστειο", εκδ. Αστάρτη, μτφρ.:Μαρίνα Λωμη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου