Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

#13 "As another brick..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Στην αρχή, φέρανε κάτι βαριές ασήκωτες πέτρες και τις ακούμπησαν πάνω στα στήθη μας, να μην μπορούμε να γυρνάμε πλευρό τις νύχτες και να ατενίζουμε μόνο την ανάσα μας, καθώς θρηνούσε με όμοιο ρυθμικό ρόγχο και για την Ιφιγένεια και για την ξηλωμένη γενιά που χάθηκε στον πόλεμο. Ύστερα, ήρθαν εργολάβοι και τις απαλλοτρίωσαν να ανοικοδομήσουν με αυτές τα ρημαγμένα τείχη της Τροίας ή τα στερεμένα στήθη της Εκάβης- δεν άκουσα καλά. Φυσούσε, όπως πάντα-μέσα μου.

Από εκείνη τη μέρα, μας έπιασε όλους μια μανία να κατασκευάζουμε τείχη παντού. Μια αγωνία αυτοεγκλεισμού. Μια πρόοδος συνόρων. Μια εξέλιξη διαχωρισμού. Και να τα μεσαιωνικά καστέλα, να εγκλωβίζεται η υγρασία της ψυχής μας σε λίθινες στενωπούς και να δραπετεύει μόνο φευγαλέα το μάτι από τις ντάπιες. Και να τα τεράστια Σινικά Τείχη, να διακρίνεται η απατηλή ματαιοδοξία μας από μακριά σε όλον το γαλαξία. Και να τα Τείχη των Δακρύων, να χτυπάμε τα κεφάλια μας από απελπισία και να χώνουμε ραβασάκια-προσευχές στις ρωγμές του κενού. Και να τα τσιμεντένια μπλοκ, να βυθίζεται η ζωή μας σε τόνους σκυροδέματος και να βαραίνει το γκρίζο σαν πρέσα που συμπιέζει τα πράγματα και τα διαλύει σε μια διαφορετική γεωγραφία του πόνου: Ανατολική και Δυτική Όχθη,  Βόρεια και Νότια Ζώνη, Ανατολικό και Δυτικό Μπλοκ, Πράσινη Γραμμή.

Έπειτα, αλλάξαμε υλικά και περιοχές: να φτηναίνει η ζωή κι ο θάνατος και να απλώνεται ο φόβος του Άλλου όλο και σε πιο μεγάλες περιοχές. Και να τα ηλεκτροφόρα σύρματα, οι νάρκες και οι φράχτες στο Μεξικό και τις Μεγάλες Πολιτείες της Αμερικής και στη Θέουτα και στην έρημο του Πακιστάν. Και να τα ανθρωπόμορφα φράγματα, οι ανθρωποφύλακες, όπου δε στέριωνε στο κορμί της θάλασσας τούβλο, σύρμα, σίδερο και ξύλο-σαν να λέμε στην πάλαι ποτέ mare nostum ή στα κύματα, όπου ένας απελπισμένος μυθικός πατέρας αυτοκτόνησε σε απώτατους καιρούς.

Κι όταν πια στέρεψαν οι μεγάλοι χώροι και όλη η γη σχεδόν είχε οριοθετηθεί, συνεχίσαμε την αγαπημένη μας συνήθεια τούβλο τούβλο και πέτρα πέτρα ανάμεσα στις πόλεις, τους ανθρώπους, τις φωνές, τις ιδέες τις ίδιες. Μην τολμήσει να αντισταθεί μια σαρκώδη λεμονιά στη γη της Παλαιστίνης, μην τολμήσει κανένας Κόνραντ Σούλμαν να πετάξει πάνω από τα συρματοπλέγματα με ένα άλμα ελευθερίας, μην ξεφύγει κανένα χρώμα, καμιά φωνή, κανένα άγγιγμα και μολύνει την εκάστοτε "καθαρότητα".

Στο τέλος, αρχίσαμε να χτίζουμε κι εντός μας. Με ό,τι τραύματα-τούβλα είχε ο καθένας μας. Και περιφερόμαστε πια, μοναχικά ανθρωπο-lego, μήπως και βρούμε το κομμάτι που θα μας συναρμόσει και θα μας δώσει πνοή. Μικροί ανθρώπινοι πλίνθοι με τουβλένια κεφάλια και ηλεκτροφόρα χέρια. 

Υ.Γ.: Όλοι, μάλλον, υποψιάζεστε αυτό


αλλά η αλήθεια βρίσκεται σε αυτό, αγάπες μου, αφού "I may make you feel but I can't make you think":




(Παράλληλα, να μια καλή ευκαιρία να ξαναδιαβάσουμε τους στίχους, οι οποίοι δεν περιέχονται όλοι σε αυτήν τη ζωντανή εκτέλεση: http://www.boudnik.org/~cos/music/JethroTull/Albums/ThickAsABrick-lyrics.html )

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

#12 "Dia de los muertos" [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Αντιγράφω τον Εδουάρδο Γκαλεάνο: " Στο Μεξικό, μια φορά το χρόνο, τη σημερινή ημέρα-στις 2 Νοέμβρη-, οι ζωντανοί προσκαλούν τους πεθαμένους να φάνε, να πιούνε, να χορέψουνε και να ενημερωθούν για τα καθέκαστα της γειτονιάς". Επισκέπτονται, λοιπόν, οι ζωντανοί τους τάφους και κάνουν ένα τρελό πανηγύρι που διαρκεί 4 μέρες. Πολλοί μεταμφιέζονται. Άλλοι καθαρίζουν τους τάφους και τους γεμίζουν φαναράκια και λουλούδια. Κάποιοι παίζουν και την παραδοσιακή πινιάτα πάνω από τα μνήματα. 
Αυτά στο Μεξικό. 
Σε άλλες χώρες-ακόμη και στη δική μας- άλλα.
Το πένθος, όταν εκφράζεται ατομικά ή έστω στο στενό πυρήνα μιας συγγένειας αίματος, έχει όμορφα έθιμα να βιώνεται. Ή να διαιωνίζεται από γενιά σε γενιά.
Τι συμβαίνει όμως με τις χώρες όταν πεθαίνουν; Γιατί καμιά φορά, μέσα στους αιώνες της πηχτής ιστορίας, και οι χώρες πεθαίνουν. Μη μου αναφέρετε το Δημητριάδη και το Σαραμάγκου. Αυτές είναι δυο θεωρήσεις μόνο, όχι η αλήθεια.
Τις επισκέπτεται κανείς; Τις προσκαλούν σε κάποιο γλέντι Ηνωμένων Πεθαμένων Χωρών; Χορεύουν; Κι αν ναι, τι χορούς; Πίνουν όλες μαζί κάπου; Κι αν ναι, πού; Ενημερώνονται για τα καθέκαστα; Ποιος κάθεται στο μνήμα τους και ποιες ιστορίες τους λέει; Ποιοι ήρθαν μετά από αυτές; Ποια έθιμα ακολουθούν και ποια γλώσσα μιλούν;
Εν πάση περιπτώσει, τέτοιου είδους ερωτήματα απασχολούν όσους ζουν σε μια ετοιμοθάνατη χώρα. Μάλλον. Πολύ περισσότερο, όταν έχουν ακολουθήσει το τελετουργικό με λανθασμένη σειρά. Πρώτα ήπιαν, μετά γλέντησαν, ύστερα χόρεψαν και στο τέλος έπαιξαν πινιάτα χτυπώντας με κάτι στειλιάρια το φουσκωμένο ασκό της εθνικής περηφάνειας. Και λούστηκαν έναν οχετό.
Τι κάνουν, τελικά, αυτοί που ζουν σε μια ετοιμοθάνατη χώρα; Ο Γκαλεάνο γράφει: " Και η μειονότητα των ζωντανών κάνει ό,τι μπορεί για να επιβιώσει".
Εγώ πάλι απλώνω μια μικρή μεξικάνικη κουβέρτα στον εθνικό μας καναπέ, όπου κοιμόμαστε βαθιά. 

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

#10 "Τα ξανθά αγγελούδια" [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Ας το παραδεχτούμε. Καθείς κουβαλά το δικό του σταυρό. Μικρό ή μεγάλο, δεν έχει σημασία. Για τον εαυτό του είναι μεγάλος. Τέλος. Το ζόρι του καθενός το σεβόμαστε. Απλά και τίμια. Σήμερα, θα σας μιλήσω για το δικό μου. "Μεγάλωσα" πολλά παιδιά ως δάσκαλος. Η μεγάλη μου αγωνία και ο μεγαλύτερος εφιάλτης ήταν να μεγαλώσω ένα δικό μου. Δεν το ήθελα ποτέ. Δεν το σκεφτόμουν. Ούτε καν ως αίσθηση αθανασίας.
Όταν με έπιασε αυτή η αίσθηση μεγαλείου, ήταν αργά. Είχα αρρωστήσει. Από καρκίνο. Κι επειδή η ζωή είναι μεγάλη πουτάνα, την πρώτη φορά που παραδέχτηκα πως κάτι περισσότερο με έδενε με τη γυναίκα δίπλα μου, συνέβη αυτό- μέσα μου. Κι εκεί είναι πολύ δύσκολο να τραγουδήσεις στον εαυτό σου και στη γυναίκα σου: I' m not the man I used to be. Κι είναι πιο δύσκολο να το παραδεχτείς -μη μου μιλάτε για ψυχοθεραπείες, τις έζησα.
Όποιος δεν έχει ζήσει το πανηγύρι της εξωσωματικής γονιμοποίησης, τα διλήμματα της υιοθέτησης μέσω των παράνομων κυκλωμάτων, την άτεγκτη νομοθεσία-με εξαιρέσεις- για τα ομόφυλα ζευγάρια, ας σωπάσει. Κάνετε πολύ θόρυβο κι οι ανάγκες των ανθρώπων αυτών είναι βουβές. Γιατί, απλώς, υπάρχουν τόσο αληθινοί άνθρωποι-όχι εγώ κατ' ανάγκη- που αξίζουν να είναι γονείς την ίδια ώρα που η μαλακισμένη κοινωνία μας προσπαθεί να ταυτοποιήσει "ξανθά αγγελούδια".


Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

#11 "Μια συμβουλή..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Έγραφε ο Τάσος Λειβαδίτης:

"Από ένα σωρό προσωπικές σκέψεις και περιπέτειες έφτασα σ' ένα συμπέρασμα και πάνω σ' αυτό θα ήθελα να δώσω μία συμβουλή σε όλους τους νέους που ονειρεύονται τη δόξα ενός αληθινού συγγραφέα. Μόλις τελειώσετε, συν Θεώ, το πρώτο σας κείμενο, κατεβείτε κάτω στην αποθήκη και κρεμαστείτε..."


Υπερβολές. Κοιτάξτε γύρω σας πόσοι περαστικοί κι αμίλητοι... 


Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

#9 "Της Επετείου..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Όταν σβήνει ο ρυθμικός βηματισμός των παρελάσεων, βγαίνει χωλαίνοντας από κάποιο στενό στους μεγάλους δρόμους της πολιτείας ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης. Κουβαλά μέσα του τη μεγάλη εγκατάλειψη της ωραίας Μελισσάνθης 
-"αν πάψω να σε δω, θα βλέπω το τίποτε μπροστά μου...", της γράφει-
φοράει τη χλαίνη του, στη φόδρα έχει γράψει το όνομά της, στις τσέπες του έχει σκόρπια χαρτιά από ανολοκλήρωτα ποιήματα, στο χέρι βαστά το φύλλο πορείας για την πρώτη γραμμή του Μετώπου, δεν παρακάλεσε, τον φρόντισαν οι "φίλοι" του αστοί από το Κολωνάκι, κρατώντας τους δικούς τους στα γραφεία, εκείνος τελειωμένος ήταν, φθισικός, αδύναμος, τσακισμένος, δε βαριέσαι, εθνική ομοψυχία, να μπει στο τρένο τραγουδώντας, να τσακίσει το φασισμό -να' χουμε να γιορτάζουμε.

Όταν σβήνει ο βόμβος των επιδειξιμανών μαχητικών στον αέρα, βγαίνει χωλαίνοντας μέσα από την ομίχλη της πολιτείας ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης. Είναι ώρα να κάνει-ως συνήθως- το σκληρό νυχτερινό νούμερο στη σκοπιά, τον στέλνουν οι "συμπολεμιστές" του στη θέση τους, αυτοί που του κλέβουν τις κάλτσες και τις φανέλες, του κρύβουν τα άρβυλα, εκείνος τελειωμένος ήταν, αδύναμος, τσακισμένος, δε βαριέσαι, εθνική ομοψυχία και έπος του '40 και η "κάλτσα του στρατιώτη" και ήρωες στα βουνά της Αλβανίας -να 'χουμε να γιορτάζουμε.

Όταν σβήνει ο ήχος από τα εθνικά εμβατήρια, εγώ βλέπω τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, λίγους μήνες μετά, Φλεβάρη του '41, σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου, στα Γιάννινα, κατάκοιτο, να σβήνει από τον τύφο. Στο πλάι του, η ωραία Μελισσάνθη, πολύ πριν γίνει "εποχή", πολύ πριν αφεθεί ως "Γυναίκα με τα Μαύρα" στο δικό της πένθος και τη δική της αγωνιώδη μοναξιά, εκείνος θα πεθάνει, τελειωμένος ήταν, αδύναμος, τσακισμένος, ένας "τεμπέλης του σπιτιού", δε βαριέσαι, άλλοι πήραν τα παράσημα, η Πατρίς εθριάμβευσε ξανά, απλώνονται οι σημαίες στα μπαλκόνια, οι Έλληνες ενωμένοι κάνουν θαύματα κι "Αέρα!"- να 'χουμε να γιορτάζουμε.

Όταν σβήνει η φωνή από τα στρατιωτικά παραγγέλματα, παίρνω αγκαζέ τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη και τη Στέλλα-Μελίνα και βγαίνουμε στα Προπύλαια μια βροχερή πάντα 28η Οκτώβρη, μάλλον του 1955,να θαυμάσουμε το Στράτο σημαιοφόρο και ωραία κορμιά. Κυρίως, να γιορτάσουμε τον έρωτα και τη ζωή πριν από το φονικό, να ακυρώσουμε την ομοιομορφία των παρελάσεων και τα παρόμοια που δίνουν ένα στρατιωτικό βάδισμα στη ζωή. Για το κέφι μας. Γιατί "οξειδώνονται στη νοτιά των ανθρώπων" μόνον όσοι κουβαλούν μέταλλο ψυχής. Για να μην αλλάξουμε, κατά πως οι εξουσίες θέλουν. Και να φωνάξουμε: "Και τι είμαι εγώ για να μ' αλλάζουν, βρε αδερφέ; Γραμμόφωνο;"(στη 1h 14' κ.ε) Έστω κι αν αυτό πληρώνεται με αίμα.


Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

#8 "Το φως πάντα μια νέα τυραννία" [Επιστρέφοντας τα δώρα]

Σήμερα, στις 5.15 ακριβώς το απόγευμα, ενός συνηθισμένου-σχεδόν καλοκαιρινού- αττικού Οκτώβρη, αισθάνθηκα αυτό που είμαι: βαθιά αναλφάβητος. Εξηγούμαι: σώρευσα μέσα μου τόσες λέξεις κι όμως δε βρίσκω αυτές που θα μπορούσαν να απεικονίσουν ό,τι συνιστά τη βαθύτερη ουσία αυτής της πόλης. Και το λέω απλά. Είναι ο ουρανός. Το φως. Η διαύγεια. Τα άλλα έπονται. Ή συμπληρώνουν.  Ή ακυρώνονται. Να το πω διαφορετικά: ξέρω πια τι σημαίνει και γιατί γεννήθηκε εδώ το αρχαϊκό μειδίαμα. Με μια κάποια περηφάνια για την όμορφη τυχαιότητα.

Υ.Γ.: Πόσο έντιμη η σημαία της Ουρουγουάης που έχει ένα παιχνιδιάρη ήλιο αντί για σταυρό... 
  

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

#7 "Εμιγκρέκ..." [Επιστρέφοντας τα δώρα]

θα έχεις τα μαλλιά σου κοντό καρέ όπως η Καρίνα σε κείνη την ταινία/ θα φοράς μια μαρινιέρα /θα αφήνει ακάλυπτο τον ώμο σου/ κατά προτίμηση τον αριστερό/ θα ρίχνεις τυχαίες πλάγιες ματιές/ εγώ θα περπατώ πίσω σου/ σιωπηλός θα προσέχω το λίκνισμα αυτό που θα κάνει τα πλακόστρωτα να χάνουν τη γεωμετρία τους/ θα έχω τα χέρια στις τσέπες άχρηστα/ θα δείχνεις/ θα ρωτάς/ θα εξηγώ ή μάλλον θα φτιάχνω ερμηνείες
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα σταθούμε πάνω σε γέφυρες πετώντας πετραδάκια στα μπατώ μους/ θα παίζουμε ώρες αυτό το παιχνίδι υπολογίζοντας τη βαρύτητα του σώματος και το χρόνο που απαιτεί η πτώση-τα βασικά φιλοσοφικά ερωτήματα δηλαδή/ θα κατεβαίνουμε στις όχθες του Σηκουάνα από την πλευρά που πλένουν τα τενεκέδια τους οι τελευταίοι κλοσάρ/ θα πίνουμε δυο γουλιές ξινισμένο κρασί από το ίδιο μπουκάλι/ θα σου σκουπίζω με την ανάστροφη τα χείλη/ θα σου ισιώνω μια φράτζα που έπεσε στα μάτια
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα χαράζουμε σε κορμούς φιλύρας κάποιες λέξεις ή αρχικά/ θα γίνουν όνομα ενός χιπ χοπ συγκροτήματος αργότερα ή συνθηματικό μιας παρέας/ θα ξύσουμε με τον ίδιο σουγιά το βρώμικο χρώμα από τους φανοστάτες/ θα βρούμε τι κρύβεται κάτω από τον αστικό εξωραϊσμό/ θα ζωγραφίζουμε χαμόγελα στα παρκόμετρα/ θα στεκόμαστε πάνω από σχαριέρες εξαερισμού του μετρό/ θα είναι η μόνη ζεστασιά που μας επιτρέπεται
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα χωνόμαστε σε άθλια μπιστρό με παλιά δερμάτινα καθίσματα/ θα ανοίγουμε ανάμεσά μας μια μικρή τρύπα να βγάλουμε μια τούφα παραγέμισμα για ενθύμιο/ θα μοιραζόμαστε μια μπαγκέτα στα δύο/ εσύ θα πίνεις κι ένα καφέ/ εγώ θα μαζεύω με το δείκτη κρυστάλλους ζάχαρης γύρω από τη ζαχαριέρα/ θα τους ρίχνω στο τασάκι προσεκτικά/ ύστερα θα ανάβω ένα σπίρτο/ να δούμε πώς μυρίζει η γλυκύτητα όταν πυρπολείται
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα πλανηθούμε σε όλες τις στάσεις του μετρό/ ανάκατα Γκαρ ντε λ Εστ, Σαιν Λαζάρ Οντεόν/ θα επινοήσουμε αυτές που λείπουν/ δε θα βγάλουμε πολαρόιντ στους θαλάμους φωτογραφιών/ θα μείνει τελευταία ανάμνηση η φωτομετρική του διαβατηρίου/ θα αγοράσουμε κάρτες αναμνηστικές/ θα γράψουμε τουριστικές ευχές/ δε θα τις ταχυδρομήσουμε ποτέ/ θα τις αφήσουμε ανάθημα στους πλανόδιους οργανοπαίχτες
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα ανεβούμε μεσημέρι στη Μονμάρτη με πλάγια βήματα σαν παιδικό παιχνίδι/ θα μπούμε στο πρώτο εστιατόριο/ θα παραγγείλουμε το πιάτο ημέρας για δύο/ θα το φάμε άπληστα/ με τα τελευταία μας ψιλά θα αγοράσουμε ένα πορτρέτο κάποιου άγνωστου από τα απούλητα ενός καλλιτέχνη του δρόμου/ θα το βάλουμε στον καθρέφτη του μπάνιου/ θα κολλάει εκεί το βλέμμα και θα ξεχνάμε το πρόσωπό μας
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα τρέχουμε όλη τη ριβ γκος/ θα σταματάμε να πάρουμε την ανάσα μας μπροστά σε προθήκες παλαιοπωλείων/ θα μπαίνουμε σε παλιά βιβλιοπωλεία/ θα κλέβω βιβλία/ δε θα τα διαβάζουμε/ θα τα σκίζουμε το βράδυ τελετουργικά και θα τα καίμε σε ένα τσίγκινο λαβομάνο στο δωμάτιο/ θα γεμίζει η νύχτα μας καμμένη σάρκα Ρεμπό Μποντλέρ Λοτρεαμόν Σαρτρ
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα μένουμε σε μια σοφίτα εγκαταλελειμμένη/ θα έχει μόνο ένα στρώμα ένα τραπέζι ένα από όλα τα βασικά ίσως ένα παράθυρο/ θα μυρίζει μούχλα από την υγρασία στις ταπετσαρίες/ θα έχει μια αποσμαλτωμένη μπανιέρα/ θα τυλίγεις το κορμί σου με ένα χοντρό πάπλωμα/ θα φοράω ίσως μόνον εκείνο το μαύρο καβουράκι του Πικολί από την "Περιφρόνηση"/  θα μπαίνουμε κρυφά
θα είμαστε εμιγκρέδες 
θα ξεκουράζεσαι/ θα κάνεις ό,τι σου αρέσει/ θα σε φροντίζω εγώ-όχι άλλο εσύ/ θα δουλέψω τα χέρια μου/ οδοκαθαριστής μπογιατζής λατζέρης/ θα δουλέψω μηχανικά σκλάβος δούλος ζώο/ θα πουλήσω μόνο το κορμί μου/ θα αγοράσουμε ένα πικάπ βαλιτσάκι για σαρανταπεντάρια βινύλια/ θα καλύπτουμε τη μυρωδιά με μουσικές/ Μπρελ Πιαφ Αρντί Ζιλιετγκρεκό Φρανσγκάλ Γκενσμπούργκ
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα σου μαθαίνω τη γλώσσα με το δικό μου τρόπο/ γιατί η μητέρα και η θάλασσα έχουν την ίδια ρίζα/ ή γιατί το καλοκαίρι υπήρξε/ ύστερα θα επαναλαμβάνουμε τα φωνήεντα και τις αποχρώσεις τους όταν/ θα με σκεπάζεις με έρωτα και θα σκάβουμε τα κορμιά μας/ θα γεμίζει το δωμάτιο με αξάν γκραβ και σύμφωνα σιωπηλά
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα πηγαίνουμε τις Κυριακές στους μεγάλους κήπους-κατά προτίμηση του Λουξεμβούργου/ θα χαζεύουμε αλέες αγάλματα συντριβάνια ταμπέλες δρόμων προσόψεις κτιρίων/ δε θα πάμε σε μουσεία και αξιοθέατα/ δε θα σε ανεβάσω στον πύργο του Άιφελ-όχι αγναντέματα από ψηλά στην ξένη/ δε θα περάσουμε την Αψίδα του Θριάμβου-όχι άλλοι θρίαμβοι/ δε θα περιηγηθούμε το Λούβρο-δική τους η Νίκη κι η ανάπηρη Αφροδίτη/ δε θα βαδίσουμε τα Ηλύσια Πεδία-έχουμε καιρό/
θα είμαστε εμιγκρέδες
θα ανεβούμε μόνο στην ταράτσα της Γκαλερί Λαφαγιέτ/ θα περάσουμε γρήγορα χωρίς να σταθούμε όλους τους ορόφους/ θα κάνουμε ένα τσιγάρο έχοντας την ψευδαίσθηση πως βάλαμε κάποια στιγμή τον καπιταλισμό και την κατανάλωση από κάτω μας/ θα προσπαθήσουμε να σηκώσουμε στις μεσόγειες πλάτες μας το βαρύ ουρανό της κεντρικής Ευρώπης
θα είμαστε μετανάστες-όπως τόσοι άλλοι, αγάπη μου, μη σε κοροϊδεύω πως τάχα είμαστε εμιγκρέδες 
Τα μεσάνυχτα, όμως, πάντα θα περνάει για μας η "άμαξα-κολοκύθα" του Γούντι Άλλεν/ δε θα μας ταξιδεύει στο παρελθόν της πόλης τούτης
κοίτα είμαστε ήδη σε ένα μπαλκόνι-κουπαστή στο Θερμαϊκό
   

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

#6 "Ημερολόγιο μιας τυχαίας χρονιάς (1968)"- [Επιστρέφοντας τα δώρα]

4 Απριλίου: Μοτέλ Λορέιν, Μέμφις Τενεσί, στο μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου 
"Έπρεπε να μαζέψω τα αίματα. Σε αυτό το βάζο. Άβολο, αλλά έπρεπε. 'Εστω και με αυτήν τη σπάτουλα για το μπάρμπεκιου. Αύριο θα περπατήσουμε μαζί. Θα ξαναματώσουμε. Όπως πάντα. Με το ίδιο όνειρο. I am a man. Όλα θα πάνε καλά".

6 Ιουνίου: Ξενοδοχείο Αμπάσαντορ, Καλιφόρνια, κουζίνα
"Με λένε Σιρχάν. Δε θυμάμαι τίποτε. Πεσμένος. Κοκκινομάλλης. Mind control. Όλα θα πάνε καλά".

Μέσα καλοκαιριού: Βιετνάμ, σκηνή 17D
"Εδώ και μέρες τίποτε. Suicide is painless...Όλα θα πάνε καλά".

20 Αυγούστου: Μαιευτήριο Μητέρα
"-Κοίτα, μαμά, χωρίς ομφάλιο λώρο - Όλα θα πάνε καλά".

21 Αυγούστου: Γραφεία περιοδικού Plamen, Πράγα, 11 το βράδυ
"Μίροσλαβ, ο Δούναβης δεν ήταν ποτέ γαλάζιος. Το ξέραμε. Παίρνει το χρώμα που αφήνουν οι ερπύστριες στην άσφαλτο. Κι εμείς το ξέραμε πως οι ανεμόμυλοι πληθαίνουν. Οι Δον Κιχώτες λιγοστεύουν. Μα... Όλα θα πάνε καλά".

(καταχώριση χωρίς ημερομηνία): δωμάτιο μπαρόκ, μαύρος μονόλιθος, "Τάδε έφη Ζαρατούστρα" του Στράους, μονοπλάνο, αφήγηση, "Θελήσατε ποτέ να να επαναληφθεί ό,τι ευτυχές έγινε κάποτε;", από το γήρας στη βρεφική ηλικία- 
" Part 3, take 34. Όλα θα πάνε καλά, Stanley".

Τέλη Αυγούστου: Κίνφος, στο σπίτι του Τζορτζ
"B-side στο Hey Jude. It's gonna be allright, allright, allright..." 


Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

#5 "Εν έτει 2013 μ.Χ...." - (Επιστρέφοντας τα δώρα...)

"Αυτός που εις το λεωφορείον επάνω
μοιάζει σαν να χαμογελά το πρόσωπό του,
το έμορφο, λεπτό του πρόσωπο, δεν είν' ο Οροφέρνης Αριαράθου.
Μήτε ο Γκράουτσο Μαρξ μειράκιον.
Τον μοιάζει βέβαια η μικρή αυτή
με τη γραφίδα απεικόνισίς του.
Αλλά, όταν τα πράματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία, 
καθώς που το απαιτούν η περιστάσεις
και της ελληνικής λαλιάς ειδήμονες,
αναρτώμεν και μερικά επιγράμματα εκλεκτά
παιδιά φανατικά για γράμματα.
Προστρέχωμεν τότε ως πλήθος πάντα εις την τέχνη την Ποιήσεως
χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
-ποτέ από το χρέος μη κινούντες
 στην κώχη τούτη την μικρή-
μέσα στον φόβο και στες υποψίες
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν' αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Εμείς κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιοί
που όταν η παράστασις τελειώσει. 
αλλάζουμε φορεσιά κι απερχόμαστε.
Κομμάτι παίρνουμ' επάνω μας
οι συφωριασμένοι
γεμάτη υπεροψίαν και μέθη
πού οι Έλληνες θα βγούνε νικηταί
-κι ας νοιώθουμε που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.
Κι είν' η συνείδησίς μας ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Λαμπρά ταιριάζουν όλα."


( από ιδιωτική συλλογή-κολάζ του Τριστάν Τζαρά με τίτλο "Όχι άλλο γερο-Αλεξανδρινό") 

Ανάμεσα σε μαρκετίστικες μπαλαφάρες, συνωμοσιολογίες κι αγράμματες εξουσίες "παράπεσε η πραγματική μου μέρα". Κι εγώ που είδα την Αλεξάνδρεια με τα μάτια του πατέρα μου κι αγάπησα τον Καβάφη ως μακρινός Αλεξανδρινός εκ καταγωγής πατρός, θέλω να τραγουδήσω έναν ανάπαιστο προκλητικό να καθαρίσει η ατμόσφαιρα στην Κορνίς να ξανακάτσει ο ποιητής στο αγαπημένο του καφενείο. Να ατενίσει έτσι πολύ την ομορφιά. Ως "απόσταγμα κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων", ως μορφή νεανική σε παλαιό καθρέφτη στην είσοδο, ηδονική μορφή της οποίας "θα ασχήμισαν-αν ζει- τα γκρίζα μάτια" από την ευτέλεια της εποχής μας. Ας μπούνε τα πουλιά... 





Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

#4 "Σαν πιανίστας σε μπουρδέλο"

Θέλω να απαντήσεις ειλικρινά.
Όχι σε μένα. Στον εαυτό σου.
Με όλα αυτά που συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας, τα τελευταία χρόνια, δεν αισθάνεσαι
-όλο και περισσότερο-
σαν πιανίστας σε μπουρδέλο;

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

#3 "Δύσκολοι έρωτες"

Τα δίκια σου έχεις, σύντροφε Λουί. Ήταν και δύσκολη η εποχή. Η 'Ελσα, πρώτα ερωτευμένη με το Μαγιακόφσκι, μετά με τον Αντρέ κι ύστερα σε μια γωνιά εσύ κι η κοινή σας λατρεία για το Στάλιν. Και πώς να αγαπήσεις ένα ατσάλι; Και στους δρόμους οι στρατιώτες της επανάστασης να φυλλορροούν, να μη βγαίνει κι η καθημερινότητα. Και πόσα κοσμήματα και ποιήματα να πουληθούν για να περιγράψουν αυτό που όλοι οι αιώνες υμνούσαν. Διαρκώς. Ως μοτίβο καταχρηστικό. Ως ποιητική του μελλοδράματος. Και δώστου "έρως ανίκατε μάχαν" και "Κέλλομαι Γογγύλα" και "κλινοπάλη" και "πληγές του τοξοβόλου θεού" κι "ωχρές νεανίδες με πάλλοντα ασθμαίνοντα στήθη" και "ποιητές που επιστρέφουν ως κοράκια-no more Lenore". Φορτώθηκε ο έρωτας με τόσες πολλές λέξεις και εικόνες, που έγινε μια δυσανεξία η ευτυχία, μια παρένθεση ελάχιστη μπροστά στις μακροπερίοδες προτάσεις της μοναξιάς, της απουσίας, της θλίψης, του ανολοκλήρωτου και του στεναγμού.
Αλλά, να, πώς να στο πω, χωρίς να το παρεξηγήσεις; Πολλά βράδια, όταν ξύπναγα, μέσα στη νύχτα-συνήθως μετά από θεραπείες- ή εξαιτίας ενός άβολου ονείρου, συντόνιζα την ανάσα μου στο ρυθμό της κοιμισμένης στο πλάι μου γυναίκας και, ναι, ένιωθα πως υπάρχουν κι ευτυχείς έρωτες. Αυτοί που σε γεμίζουν  με επαναστατική αισιοδοξία. Όχι για τη μεγάλη ψευδαίσθηση πως θα αλλάξει ο κόσμος. Απλώς, για τη ζωή την ίδια.


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

#2 Επιστρέφοντας τα δώρα... "Των μετεώρων"

Υπάρχουν
πράγματα που μένουν
μετέωρα
ένα χάδι
μια νότα
ένα πέλμα πριν το νερό
το δάχτυλο στο ποτήρι
η νύχτα
μια λέξη
ο κόμπος στο λαιμό
και γενικά
αυτά που οι άνθρωποι φοβούνται.
Είναι όμως τόσο δυνατή
εκείνη η στιγμή
του μετεωρισμού
και τόσο
ανάλαφρη
σαν τη σκόνη
που
θα άφηναν πίσω τους
οι Συμπληγάδες Πέτρες
πριν φιληθούν.


#1 Επιστρέφοντας τα δώρα... "Ο εισπράκτορας"

Σκληρός εισπράκτορας
ο χρόνος
στέκεται
με την ατσαλάκωτη
στολή μπροστά σου
ευθυτενής
του καθήκοντος
και
ζητάει
αδυσώπητος.
Κι εσύ με αμηχανία
ψάχνεις
στις τσέπες σου
και δε βρίσκεις
παρά μόνο
μια ακυρωμένη ζωή
κάτι ψόφια βράδια
αμυχές
δυο φαγωμένα νύχια
ένα κλειδί
για πόρτα
που δεν ανοίγει πια- σκούριασε
κι ένα τσαλακωμένο εισιτήριο
(στην πίσω πλευρά ένα τηλέφωνο που δε θυμάσαι
πότε ποια πού)
Ξέρεις καλά
αυτό που
θέλει
για να ανοίξει τις πτυσσόμενες πόρτες
το χαρώνειο κέρμα
που
αναδεύεις στην τρύπια
τσέπη σου.



Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Κακοήθες μελάνωμα

Όταν αερίζουν το θάλαμο, βγαίνουν όλοι οι ασθενείς έξω. Γεμίζει τότε ο διάδρομος του 8ου ορόφου. Τους περισσότερους τους τοποθετούν με τα τροχοφόρα κρεβάτια τους κολλητά στον τοίχο. Οι υπόλοιποι κουβαλούν ό,τι έχει ο καθένας. Άλλος το στατό με τους ορούς, άλλος μια καρέκλα και κάποιοι «τυχεροί» - στο διάλειμμα της θεραπείας τους - μόνο τις πεταλούδες στο μπράτσο και τις μαυρισμένες φλέβες τους.
Η αλήθεια είναι πως οι θάλαμοι των ογκολογικών έχουν μια ιδιοτροπία: όσα παράθυρα κι αν ανοίξεις, όσο ρεύμα κι αν δημιουργήσεις, η μυρωδιά της αρρώστιας στρέφεται με μια παλιρροϊκή κίνηση προς τα μέσα. Το κτίριο ρουφά με απληστία οσμές από ούρα, κόπρανα, φάρμακα. Κολλάνε πάνω στους τοίχους, χώνονται στις αλουμινένιες απολήξεις των κρεβατιών, καλύπτουν ως σκόνη τα αναδιπλούμενα τραπέζια, μπαίνουν στους πόρους των σεντονιών, γονιμοποιούν τα συνθετικά βαμβάκια μέσα στις μαξιλαροθήκες, γίνονται ανεπαίσθητες μεμβράνες πάνω στα διαφημιστικά τηλεοράσεων και ασθενοφόρων και στις γυαλιστερές εικονίτσες αγίων που κρέμονται από παντού.
 Έτσι, όσοι περνάμε από τέτοια δωμάτια, με τον καιρό αποκτάμε μιαν επιπλέον αίσθηση• μια παραπληρωματική όσφρηση και γεύση που βγαίνει στα στεγνά φιλιά μας άλλες ώρες. Προσπαθούμε να την αποξύσουμε με σφουγγάρια, βούρτσες, στλεγγίδες, με τα ίδια μας τα νύχια κάτω από τις ντουζιέρες. Μάταια. Προσπαθούμε να την επικαλύψουμε με αρώματα κι «ηδονικά μυρωδικά». Μάταια. Μαθαίνουμε τελικά να ζούμε μαζί της. Είναι ο «ντορός» μας. Με αυτόν αναγνωρίζουμε τους ομοίους μας.
Την είδα στο διάδρομο-μια τέτοια μέρα. Μπορεί και να τη μύρισα. Καθόταν σε ένα πεζούλι ανάμεσα σε κάτι γλάστρες με βασιλικό. Φορούσε ένα κατακίτρινο φουστάνι με μικρά μπλε λουλουδάκια. Τα χέρια της ανάστροφα ακουμπισμένα στα πόδια της. Γελούσε και παλλόταν το στήθος. Τα δάχτυλά της ανασήκωναν ελαφρά το φουστάνι. Μια υπόσχεση ηδονής. Σε κάποιον. Ανά διαστήματα, έφτιαχνε λίγο την κατάμαυρη φράντζα που έπεφτε στο μάγουλό της. Κάπνιζε αργά, βαθειά. Αφήνοντας ένα λεπτό κόκκινο σημάδι στο φίλτρο. Από τα χείλη της. Κάποιες στιγμές την έπιανα να κοκκινίζει. Σα να ‘ξερε πόσο ποθητή ήταν και να ντρεπόταν.
 Ψέματα.
 Καθόταν σε μια ξεχαρβαλωμένη φορμάικα, ανάμεσα σε δυο ράντζα κι ακουμπούσε στον πράσινο τοίχο του νοσοκομείου. Φορούσε μια γκρίζα, παλιοκαιρισμένη ρόμπα με ξεβαμμένα αστράκια. Έστριβε μια χαρτοπετσέτα στα χέρια της. Ύστερα τα άφηνε να πέσουν πάνω στα αδύνατα γόνατά της. Άηχα. Τα δάχτυλά της κιτρινισμένες οστέινες γραφίδες. Ένα γράμμα που δε γράφτηκε ποτέ. Μια υπόσχεση απουσίας. Κάποιου. Ανά διαστήματα, έφτιαχνε τη φτηνιάρικη συνθετική περούκα και σηκωνόταν, πλησιάζοντας συνωμοτικά κάποια νοσηλεύτρια ή έναν περαστικό: «Μήπως έχεις ένα τσιγαράκι;»
 Το πρόσωπό της ήταν ένα νησί. Εγκαταλελειμμένο. Μια τεράστια μαβιά θάλασσα κάλυπτε όλην την αριστερή παρειά. Οργισμένη, ελεύθερη σαν την πλάτη ενός πανέμορφου κήτους που ξεπηδά από την χαραυγή της ιστορίας του πόνου. Αχαρτογράφητα νερά. Βαθιά, αχανή, γεμάτα θησαυρούς και μυστικά. Για λίγους. Στο περίγραμμα, το μπεταντίν είχε φτιάξει μια χρυσή ακρογιαλιά. Να ξεκουράζεται η απόγνωση, όταν ξυπνά απότομα. «Μήπως έχεις ένα τσιγαράκι;»
Ή ίσως πάλι να ήταν απλώς μια μελανογραφία. Ανολοκλήρωτη. Να την άφησε ημιτελή ο καλλιτέχνης, κάποιο μεσημέρι που η καθημερινότητα τον «τράβαγε από το μανίκι». Άπλωσαν τα χρώματα στον ήλιο και χάθηκε το ωραίο σχέδιό του πάνω στο πανί. «Μήπως έχεις ένα τσιγαράκι;»
Αλλά πάλι, όχι. Το πρόσωπό της ήταν ένα εξαίσιο πατητήρι. Πέτρινο. Πολλά χαρούμενα πέλματα χόρεψαν πάνω του στον τρύγο. Πατούσες αντρίκιες, φτέρνες κοριτσιών και δάχτυλα παιδικά έλιωσαν πάνω του τα σταφύλια. Γιορτάζοντας. Και τώρα απέμεινε μόνο ο πάτος. Ακαθάριστος. Γεμάτος όμως με την ανάμνηση και τα αποτυπώματα της γιορτής. Χωρίς υποψία μούστου ή κρασιού. «Μήπως έχεις ένα τσιγαράκι;»
Δεν είχα αποφασίσει τι ήταν. Ίσως συννεφιασμένη νύχτα. Ίσως πορφυρό ρούχο μιας βυζαντινής δολοφονίας. Μπορεί απλώς μια μεγάλη, καλοσχηματισμένη, πανέμορφη μελιτζάνα. «Μήπως έχεις ένα τσιγαράκι;»
 Την απόδιωχναν. Οι περισσότεροι κρύβοντας μιαν αποστροφή με το γνωστό αδιόρατο βλέμμα που εστιάζει στο πουθενά. Άλλοι πιο ευγενικά, με ένα νοιάξιμο προφύλαξης. Οι νοσηλεύτριες μάλιστα με μιαν κάποια αυστηρότητα. «Μήπως έχεις ένα τσιγαράκι;»
Είχα. Δε με πλησίασε. Μάλλον κατάλαβε από τον ντορό μου πως κουβαλώ κι εγώ – μέσα μου όμως – μια μεγάλη, όμορφη μελιτζάνα. Φεύγοντας άφησα στη φορμάικα δυο τσιγάρα κι ένα διαφημιστικό κουτί σπίρτα που μου είχε παραπέσει. Βλέπεις, έμαθα πια γιατί πάνε «πάντα δίδυμα τα φορτηγά». Ή, για να το πω με δικά μου λόγια, μην ξεζευγαριάζετε τις μελιτζάνες. Μαραζώνουν. Και πείτε μου, γίνεται να μην αγαπάς μια μελιτζάνα;

 Υ.Γ. Όπως έχει γράψει και το αγαπημένο μου @toportatif το κείμενο ΔΕΝ αφιερώνεται στον Άλκη Αλκαίου. Αλλά σε όλους τους υπόλοιπους. Ξέρουν αυτοί.


Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

μπαχάρ* 5 // κυκλοφορεί


11/09/13
τα τελευταία χάρτινα στο καφέ του Radiobubble, η ηλεκτρονική εκδοχή εδώ (download)

14/08/13
στα Γρεβενά, στο Fuit Art Cafe


31/07/13
στα Πετράλωνα, στο μπαρ Λόλα

29/07/13
στην Πάτρα, Καραϊσκάκη και Πατρέως, στο Μάκινα
στην Πάτρα, Πατρέως 13, στο si doux
στα Χανιά, στο μπαρ Ababa

23/07/13
αναζητείστε το στο κέντρο της Αθήνας
// στο καφέ του Radiobubble
// στο Κονσερβοκούτι
// στα βιβλιοπωλεία Πολιτεία, Ναυτίλος, Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Αλφειός
// στα καφέ-μπαρ Floral, Σέλας, Μικρό καφέ
// στο Κ*Βοξ

στον Πειραιά, στο καφέ-μπαρ Un Nuevo Mundo
στο Παγκράτι, στο καφέ-μπαρ Τσέλσι


Γράφουν: kospanti / gasireu / anenecuilco14 / άπιαστος λέιζερ / old boy / ΚΚΜοίρης / thas / Όλια Λαζαρίδου / μπανάνα / ou ming / Ευγένιος Αρανίτσης / silentcrossing / βυτίο / Sisyfina / δομιανός / Jaquou Utopie / το πορτατίφ

Φωτογραφίζουν: arcadesx / theskyetc / pen tri / patsiko / murplejane / kaloutsiki / radio_sociale / Ανδρέας Σχοινάς / goldie / schwarzweiss

layout: MindThe_Gab


Ένας φίλος, βουτηγμένος ο ίδιος στην πραγματικότητα της κρίσης, δραστήριος και υπερενημερωμένος, μας έλεγε για τις βουτιές που έκανε τέλη Απριλίου σε μια σχεδόν έρημη παραλία της Πελοποννήσου. Στο τέλος της συζήτησης είπε πως ένιωθε μάλλον τύψεις που για κάποιες μέρες έλειψε απ’ τα πράγματα και έχασε κάτι απ’ τη ροή των κακών ειδήσεων. Του αντιτείναμε ότι το καλοκαίρι, γιατί το καλοκαίρι περιέγραφε όταν μιλούσε για τον κόσμο της αμμουδιάς, δεν είναι λόγος για να νιώθει κανείς τύψεις. Το καλοκαίρι είναι κάτι σαν υπενθύμιση της ζωής για την οποία φωνάζουμε και χαλάμε το μυαλό και τις σόλες μας σε διαδηλώσεις, συζητήσεις και χειροποίητα εγχειρήματα. Το καλοκαίρι μας θυμίζει το μέρος όπου θα μπορούσαμε να ανασαίνουμε γαλήνιοι, απίθανοι και ελεύθεροι. Ελεύθεροι από τα δεσμά του πανταχού παρόντος ωραρίου και της διαρκούς αναμονής σε όλων των ειδών τις ουρές. Ελεύθεροι από τα δεσμά μιας ανιαρής, κακοπληρωμένης και ψυχοφθόρας εργασίας. Ελεύθεροι από τα δεσμά της παντοδύναμης και αφοπλιστικής ανεργίας.

Στο πέμπτο τεύχος του Μπαχάρ γνωστοί, φίλοι, ψευδώνυμοι, βλόγερς, συγγραφείς γράφουν για αυτό το, ταυτόχρονα μυστήριο και αποκαλυπτικό, καλοκαίρι.

Ας διαβαστεί από όποιον θέλει, από όποιον το βρει τυχαία στο δρόμο του, από όποιον το δανειστεί, με τη βραδύτητα και την σχεδόν ερωτική νωχελικότητα που επιβάλλει το θέρος.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

θαλασσινά ιντερμέτζα ΙΙ

// από τα Άπαντα του Μάριου Χάκκα //

Όπου και να ‘ναι το τηλέφωνο θα μας συνδέσει με τη φωνή των θαλασσών και τον αντίλαλο των σπηλαίων. Όπου να ‘ναι θα γευθούμε την αρμύρα του πόντου, την ορμή των κυμάτων, θα νιώσουμε το σύγκρυο των υπογείων ρευμάτων. Περιμένω επαφή με το κέντρο των βυθών. Περιμένω να κοινωνήσω το σώμα της θάλασσας. Περιμένω να μεταλάβω το γαλάζιο αίμα του πελάγου. Ζητάω την κυρά των θαλασσών, την κυρά της αιωνιότητας να με σαβανώσει στον αφρό των κυμάτων της, να με σύρει γλυκά στον ίσκιο των βυθών της και δένοντάς με εκεί με μαγικά φύκια να με νανουρίσει τον ύπνο του δικαίου.


// Μάριος Χάκκας, Ποιήματα, από τα Άπαντα – εκδ. Κέδρος // 

καλό καλοκαίρι,
και υπενθυμίζουμε, Μπαχάρ* 5 - λίγα τεύχη έμειναν, για όσους προλαβαίνουν.

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

ένα φου #36

H εκπομπή του radiobubbleblogs.
Φλυαρίες για την πολιτική, κοινωνική, αθλητική, κινηματογραφική κατάσταση.
Τραγούδια και μπλεγμένοι ήχοι.
Στα μικρόφωνα: το βυτίο/ radio_sociale

// τελευταία της σεζόν



download // RSS feed

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

ένα φου #35

H εκπομπή του radiobubbleblogs.
Φλυαρίες για την πολιτική, κοινωνική, αθλητική, κινηματογραφική κατάσταση.
Τραγούδια και μπλεγμένοι ήχοι.
Στα μικρόφωνα: το βυτίο/ radio_sociale



download // RSS feed

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

ένα φου #34

H εκπομπή του radiobubbleblogs.
Φλυαρίες για την πολιτική, κοινωνική, αθλητική, κινηματογραφική κατάσταση.
Τραγούδια και μπλεγμένοι ήχοι.
Στα μικρόφωνα: το βυτίο/ radio_sociale



download // RSS feed

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

είναι δουλειά;

// απόσπασμα από το βιβλίο του Λένου Χρηστίδη "τα χαστουκόψαρα" // 

Θυμάμαι μια ιστορία που μου είχε πει ο Γιώργης, ένας φίλος, κάπου. Ήτανε μια φορά τρεις τύποι με μούσια και μαλλούρες ως τα γόνατα και η γκόμενα του ενός, μια Ιταλίδα ονόματι Πάολα, μέσα σ’ ένα Mini Cooper και πηγαίνανε εκδρομή. Η Πάολα οδηγούσε, ένας μαντράχαλος δίπλα της και δύο μαντράχαλοι πίσω. Τώρα, κάπου, σε κάποιο σταθμό χωροφυλακής, πέφτει ένα σήμα ότι κάποια Πάολα, Ιταλίδα, ξέρω γω, έχει δοσοληψίες και πάρε δώσε και νταραβέρια και δεν-ξέρω-γω-τι και ότι πιάστε την. Και γίνεται μπλόκο. Και σταματάει το Mini. Και κατεβαίνει ο αρχιχωροφύλακας της περιοχής μ’ ένα φακό. Βράδυ. Και φωτίζει τα πρόσωπα των επιβατών. Είπαμε: τρία αρχιφρικιά και μία κοπέλα. Και ρωτάει: «ποιός από σας είναι η Πάολα;» Σιγή. Κι ένας απ’ τους μουσάτους λέει με ψιλή φωνή: «Εγώ».
Δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω να πω μ’ αυτό, όμως όποτε βλέπω μπάτσο αυτό θυμάμαι. Έναν τύπο που βλέπει τρεις πιθήκους και μία κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά και ρωτάει ποια είναι η Πάολα. Δηλαδή ποια ήθελες να ‘ναι; Ο Νεάτερνταλ ή ο Χόμο Σάπιος; Τέσσερα άτομα, τρία με μούσια, ένα γλυκό μουτράκι. Εσύ ποια λες να είναι η Πάολα;

(..)


Δεν ξέρω πολλές φορές το σκέφτομαι, ότι εντάξει, άνθρωποι είναι κι αυτοί, ένα μισθό παίρνουν και τα ρέστα. Στ’ αρχίδια μου. Να βρουν άλλη δουλειά. Και σιγά το μισθό. Δουλειά, να βαράς τον άλλον είναι δουλειά; Δεν είναι. Είναι εκδίκηση. Η εκδίκηση του τίποτα. Έτσι λέω εγώ και με λένε Μανόλη. 

// απόσπασμα από "Τα χαστουκόψαρα", του Λένου Χρηστίδη. εκδόσεις Καστανιώτη //

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

ένα φου #33

H εκπομπή του radiobubbleblogs.
Φλυαρίες για την πολιτική, κοινωνική, αθλητική, κινηματογραφική κατάσταση.
Τραγούδια και μπλεγμένοι ήχοι.
Στα μικρόφωνα: το βυτίο/ radio_sociale
//αυτή τη φορά μόνο η 2η ώρα. και πολύ σας είναι



download // RSS feed

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

ένα φου #32

H εκπομπή του radiobubbleblogs.
Φλυαρίες για την πολιτική, κοινωνική, αθλητική, κινηματογραφική κατάσταση.
Τραγούδια και μπλεγμένοι ήχοι.
Στα μικρόφωνα: το βυτίο/ radio_sociale

radiobubbleblogs' podcast. Chattering about politics, sports and cinema. Songs and mixed sounds.

download // RSS feed

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

ένα φου #31

H εκπομπή του radiobubbleblogs.
Φλυαρίες για την πολιτική, κοινωνική, αθλητική, κινηματογραφική κατάσταση.
Τραγούδια και μπλεγμένοι ήχοι.
Στα μικρόφωνα: το βυτίο/ radio_sociale

radiobubbleblogs' podcast. Chattering about politics, sports and cinema. Songs and mixed sounds.

download // RSS feed

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

ξέχασα να παίξω

// ποστ από το blog herinna //

post by herinna about living on very low budget 

Καπνίζω το τελευταίο μου πακέτο. Αύριο πρέπει να πάω στο κέντρο υγείας να κάνω μια εξέταση αίματος για να ανανεώσω το βιβλιάριο υγείας, αυτό που λέει ότι δεν έχεις καμιά χολέρα καμιά υπατίτιδα και άρα μπορείς να δουλέψεις σε χώρους που περιλαμβάνουν εστίαση και όλα αυτά.
Το παλιό μου έληξε προ αμνημονεύτων χρόνων. Τώρα στα νοσοκομεία για κάθε εξέταση πληρώνεις πέντε ευρώ, αρχική τιμή. Μετά η ταρίφα ανεβαίνει. Στη Σύρο έβγαλα υπέρηχο θυρεοειδούς και πλήρωσα μόνο οκτώμιση. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν έχω δώσει λιγότερα για υπέρηχο. Δεν μου ζήτησαν καν το βιβλιάριο. Υπάρχει ταρίφα για όλους ανεξάρτητα βιβλιαρίου. Ο θυρεοειδής μου έχει τα μαύρα χάλια του, ένα μεγάλο όζο και ένα μικρότερο πιο δίπλα μεγάλος κι αυτός, ο πρώτος είναι συμπαγής ο άλλος άδειος, κι αυτό σημαίνει τα μαύρα χάλια. Ωστόσο το υπέρηχο αυτό δεν ήταν χειρότερο από το προηγούμενο και αυτό αυθαιρέτως μπορώ να το μεταφράσω ως παράταση χρόνου για να τα βγάλω πέρα στη δουλειά το καλοκαίρι. Όπως με βλέπω δεν το γλυτώνω το χειρουργείο το χειμώνα, αν και θα κάνω τα πάντα για να το αποφύγω. Το ότι δεν θα το γλυτώσω μου το είπε και ο ορθοπεδικός για τα γόνατα. Κι εκεί παράταση χρόνου. Βλέπεις μια λεπτή νευρική και νεάζουσα τύπισσα σαν τα μούτρα μου και λες καλά κρατιέται αυτή, μου τό' παν που να φάνε τη γλώσσα τους πάνω από τρεις εδώ πέρα και η ψυχούλα μου το ξέρει. Περπατώ και τρέμω στη σκέψη  την ώρα που κατεβαίνω τις αχ, πάμπολες σκάλες του ξενοδοχείου, πως  θα σαβουριαστώ ξαφνικά στο τελευταίο σκαλί από προδοσία γονάτων. 

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

ένα φου #30

H εκπομπή του radiobubbleblogs.
Φλυαρίες για την πολιτική, κοινωνική, αθλητική, κινηματογραφική κατάσταση.
Τραγούδια και μπλεγμένοι ήχοι.
Στα μικρόφωνα: το βυτίο/ radio_sociale
// τη 2η ώρα στο στούντιο η niemandsrose (tw, fb). 
// για το βιβλίο της, την ΕΡΤ, τις οθόνες και το χαρτί. Στο τέλος τραγουδά το "Bella Ciao"

download // RSS feed