Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Βαρέα και ανθυγιεινά

// του Ευγένιου Αρανίτση //

Η κοινωνία έδειχνε κάποτε την τάση να αποσιωπά την εκδήλωση ψυχικών νοσημάτων εφόσον αυτά ήταν συνδεδεμένα με τις επιδράσεις του διαβόλου πάνω στο πνεύμα. Υπήρχε η τάση να ερμηνεύεται η πνευματική διαταραχή σαν μια ενδόμυχη εξόφληση αμαρτιών. Ετσι, οι συγγενείς και οι φίλοι, ξέροντας ότι οι αμαρτίες της ανθρωπότητας συνέκλιναν σ' έναν κοινό παρονομαστή, απέφευγαν να σκαλίζουν τις αμαρτίες των διπλανών τους, ώστε να απομακρύνουν προστατευτικά το βλέμμα της περιέργειας απ' τις δικές τους. Ιδού πώς έγινε και η Ελλάδα κράτησε το πρωτείο στις περιπτώσεις ψυχασθενών που κυκλοφορούσαν χωρίς κανείς να (ομολογεί ότι) τους θεωρεί τέτοιους, πράγμα που είχε πολύ συχνά σαν επακόλουθο την επιδείνωση της κατάστασής τους ελλείψει ιατρικής φροντίδας.
Το να είσαι τρελός ή έστω «λοξός» ήταν ντροπή.


Σήμερα πάλι, και παρά τις φανφάρες των αποφοίτων ψυχολογίας στην τηλεόραση, η μνεία της ψυχικής αρρώστιας ακυρώνεται εξίσου συστηματικά - εντούτοις δεν πρόκειται πια για μια δεισιδαιμονική απώθηση, αλλά για αποστάσεις που τηρούνται μόνον και μόνον επειδή ο ψυχισμός έπαψε να είναι της μόδας. Οντως, το μοντέλο της ψυχής έχει ξεπεραστεί απ' τις εξελίξεις, πρωτίστως εκείνες που αφορούν το DNA. Σ' έναν πολιτισμό που λατρεύει και ταυτόχρονα μισεί το σώμα, για το οποίο σε υποχρεώνει να πιστεύεις ότι αποτελεί το μείζον, το περίοπτο αντικείμενο αναφοράς, φυσικό
είναι να εννοείται η ψυχή σαν ένα είδος αδρανούς συμπληρώματος ή αξεσουάρ.
Στο επίπεδο των συνεπειών, αυτή η μονομέρεια, αυτή η νέου τύπου λογοκρισία της ψυχικής επικαιρότητας, διαπερνά την καθημερινή μας γλωσσική συμπεριφορά και μπορείς για παράδειγμα να ακούσεις τους εκφωνητές των ειδήσεων να σου λένε ότι το αεροπλάνο που διέσχισε την καταιγίδα έκανε αναγκαστική προσγείωση στις Μαλδίβες και ότι, ευτυχώς, κανένας απ' τους επιβάτες δεν έπαθε το παραμικρό, που σημαίνει, αν μη τι άλλο, πως η ρητορική των ΜΜΕ δεν καταδέχεται να αναγνωρίσει τον δίωρο πανικό 150 επιβατών σαν πλήγμα, έστω αμελητέο. «Κανείς δεν έπαθε τίποτα» σημαίνει ότι «κανενός το σώμα δεν έπαθε τίποτα».
Παρομοίως, αν κάποιος γνωστός σου πληροφορηθεί ότι βρίσκεσαι στο κρεβάτι με γρίπη, πιθανότατα θα σου τηλεφωνήσει την επομένη για να ρωτήσει αν συνήλθες· απεναντίας αν μάθει ότι εδώ και τρεις μέρες λαγοκοιμάσαι στον καναπέ, χτυπημένος απ' την κατάθλιψη, είναι απίθανο να σε πάρει το πρωί για να δει πώς τα πηγαίνεις, μια και η ψυχική αδιαθεσία, όταν κατονομαστεί, δεν καταγράφεται στη συνείδηση του ακροατή σαν μια έκτακτη κατάσταση που χρήζει θεραπείας αλλά μάλλον σαν ένα ζήτημα λίγο πολύ ακαδημαϊκό, φλυαρία περί ανέμων και υδάτων. Μια φορά κι έναν καιρό, αυτή η αμέλεια οφειλόταν στον φόβο για ερωτήματα που ζητούσαν ενοχλητικές απαντήσεις, τώρα είμαστε απλώς κουφοί. Οι άντρες λ.χ. προθυμοποιούνται να σεβαστούν τους πόνους μιας γυναίκας κατά τη διάρκεια της περιόδου, όμως το πόσοι απ' αυτούς παίρνουν στα σοβαρά την κακοκεφιά που συνοδεύει τους πόνους είναι άλλο θέμα. Ο,τι δεν ανάγεται στη σωματική τάξη παρακάμπτεται από την αντίληψή μας και ξεχνιέται.
Ενα πιο ανάγλυφο παράδειγμα αφορά τον μηδενικό αλτρουισμό ως προς τη μαρτυρική διαβίωση εκείνων που ζουν αιχμάλωτοι σε τρόπους κοινωνικής πειθαρχίας εντελώς εχθρικούς προς κάθε ιδέα γαλήνης ή χαράς ή πρωτοτυπίας, όπως είναι τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ξοδεύουν τη ζωή τους στις καρέκλες επαγγελμάτων τα οποία, ασχέτως του πόσο ευυπόληπτα υποτίθεται ότι
είναι, επιτρέπουν συναισθηματικές συγκρίσεις με βάρδια σε ρωμαϊκή γαλέρα. Χαμηλόφωνων ανθρώπων, κλεισμένων σ' ένα γραφείο που απεχθάνονται, μ' ένα ωράριο που τους επιβάλλεται μοχθηρά και με την αφόρητη αγωνία οικονομικών εκκρεμοτήτων που η ρύθμισή τους δεν παίρνει αναβολή, για να μην πούμε και για την εντύπωση, που τους κυριεύει, ότι υφίστανται όλα τα παραπάνω
αναίτια, από ένα λάθος της μοίρας, και δίχως την προσδοκία καμιάς απολύτως ανταμοιβής. Στην έρπουσα μόλυνση της εσωτερικής ζωής του ατόμου απ' την τοξική μονοτονία αυτής της εμπειρίας δεν δίνεται καμία έμφαση.
Από την πολιτική εξουσία, ένα τέτοιο ψυχικά ταλαιπωρημένο άτομο παίρνει εκείνο που ζήτησε, δηλαδή τίποτα. Εξουσία και εξουσιαζόμενοι συμφωνούν ότι μηνύματα διαμαρτυρίας που απηχούν τις μαζικές κρίσεις άγχους θα συνιστούσαν πολυτέλεια. Η θλιβερή ματαιοπονία χιλιάδων μισθωτών, η δυστυχία της μουντής και αδιάφορης επανάληψης ανούσιων γεγονότων που οδηγούν καθημερινά τα υπολείμματα της ζωτικής ενέργειας σε μαρασμό, η τριβή με τα γρανάζια ενός εξοντωτικού συστήματος μετακινήσεων, συνεννοήσεων και ανταλλαγών, επιπλέον η ψυχοφθόρος εξάρτηση από παράλογες ή σαδιστικές αποφάσεις της γραφειοκρατίας, όλ' αυτά δεν σκιαγραφούνται σε κανένα πολιτικό αίτημα και δεν απασχολούν ούτε στο ελάχιστο τον κοινοβουλευτικό λόγο, ανεξαρτήτως του φανατισμού με τον οποίο ο τελευταίος διατείνεται ότι εκπροσωπεί προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή. Του αρκεί να εξισώνει την καλυτέρευση της ζωής με την αύξηση των συντάξεων και οι πολίτες συναινούν. Τα κόμματα, σαν τον κόσμο του αθλητισμού ας πούμε, απ' όπου δεν διστάζουν να στρατολογήσουν δημοφιλή στελέχη, έχουν θεμελιωθεί στην πεποίθηση ότι ο ψηφοφόρος είναι μια μηχανή κι ότι η ευημερία του ταυτίζεται με την υπεσχημένη περίσσεια καυσίμων.
Πράγματι, οι αναφορές στην ποιότητα ζωής, μέχρι και οι πιο οργισμένες, μοιάζουν πάντα να κριτικάρουν τη στενότητα των ανέσεων ως προς ένα βελτιωτικό πρότυπο οικονομικής φύσης πάντοτε, εν ολίγοις από μια σκοπιά προσανατολισμένη στο περίφημο «επίπεδο διαβίωσης». Οτι πρόκειται για μια «διαβίωση» που δεν ανυπομονεί να χαρακτηρίσει τον εαυτό της «ζωή», αφού αν το έκανε θα έφερνε σε αμηχανία εκείνους που την ταΐζουν, εξυπακούεται. Κατά τα λοιπά, το «επίπεδο διαβίωσης» περιγράφει μια συγκεχυμένη έννοια, στην οποία ενδέχεται κάλλιστα να συμπεριλάβει κανείς και την κατάρα του νέφους του διοξειδίου του άνθρακα. Ομως, ακόμη κι έτσι, στη ζημιά που παρουσιάζεται όταν εισπνέεις το καυσαέριο, ποτέ δεν συνυπολογίζεται το κόστος του στρες που πυροδοτείται απ' την επιθυμία να αντιδράσεις, ενώ το έλλειμμα αυτοεκτίμησης που τοκίζεται από την αιωνίως αναβαλλόμενη ικανοποίηση αυτής της επιθυμίας παραμένει ταμπού. Το αποκαρδιωτικό αίσθημα της χαμένης ευκαιρίας και η οδυνηρή νοσταλγία μιας εποχής που ήσουν νέος και ικανός για ανδραγαθήματα, αφήνει τις υπηρεσίες υγείας ασυγκίνητες.

Η ευθύνη γι' αυτή τη χρόνια ψυχική δηλητηρίαση δεν συζητιέται· για τον Τύπο, ακριβώς όπως και για τους υπουργούς, το τίμημα του σημερινού αδιεξόδου δεν μπορεί να είναι ψυχικό· αυτό θα δυσκόλευε τη δημαγωγία υπέρ των ανέργων, για την οποία η μόνη διαθέσιμη γλώσσα είναι τα απρόσωπα ποσοστά επί τοις εκατό. Δεν προβλέπεται επίδομα κατηγορίας «βαρέων και ανθυγιεινών» για τους μαθητές του Λυκείου· όχι, η καθημερινή τους εκπαίδευση στον πιο απάνθρωπο και στείρο ανταγωνισμό, όπου η ουσιαστική ευφυΐα του καθενός τους αποθαρρύνεται εν ονόματι του πλασματικού κύρους μιας αφόρητα βαρετής και άχρηστης γνώσης, είναι κάτι το ελαφρύ και υγιεινό. Να σας το τυλίξω ή θα το φάτε εδώ;

( via )

1 σχόλιο:

  1. ..ωραίες σκέψεις. κι αντίστροφα, το αδιέξοδο είναι το τίμημα που πληρώσαμε γι αυτό που δεν έγινε "ψυχικό", γι αυτό που δεν βρήκε χώρο - μια μεριά να σταθεί- μέσα μας, κι εκτοξευόταν διαρκώς ηχηρά, σαν πόνος περιόδου, αφηνοντάς μας να προχωράμε μύωπες, κουφοί, λιγότεροι και πλάνοι.
    μαρία

    ΑπάντησηΔιαγραφή