Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

σχετικά με τους Δακοκτόνους

// απόσπασμα απ’ το κείμενο του Χρήστου Βακαλόπουλου, κολύμπι σε βαθιά νερά //

Στο Καζαβήτι της Θάσου ο πιο παράξενος έλληνας τραγουδιστής, ο Αργύρης Μπακιρτζής, αρχιτέκτων της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Καβάλας, μέλος του μυστηριώδους συγκροτήματος Χειμερινοί Κολυμβητές, που δεν έχει εμφανιστεί ποτέ στην τηλεόραση, ενώ τραγούδια του επανεκτελούνται ασύστολα και χωρίς άδεια από διάφορους Νταλάρες, στο Καζαβήτι λοιπόν ο Μπακιρτζής συναντάει τον ντόπιο ογδοντάχρονο συνθέτη Σταύρο Καραμανιώλα, έναν άνθρωπο που γράφει τραγούδια από το 1926 χωρίς να έχει κάνει ποτέ του δίσκο. Αποτέλεσμα; Οι Δακοκτόνοι. Ο «Ποδηλατιστής», γραμμένος το 1926, αναφωνεί: «Έχω αντοχή στα πόδια μου και στο τιμόνι βάση / γι’ αυτό και βάζω στοίχημα, αν κάποιος με περάει». Οι «Δακοκτόνοι», του 1960, καταγγέλλουν τη δακοκτονία ως οικολογικό έγκλημα, οι «Μεγάλοι παλαιοί», του 1929, είναι ένα μνημόσυνο στους συχωριανούς του Σταύρου που δεν παντρέυτηκαν, το «Ψες το βράδυ», μια βόλτα με το αστικό λεωφορείο στη διαδρομή της παραλίας. Μια απίστευτη ποικιλία θεμάτων και τρόπων συνθέτουν αυτά τα τραγούδια, η ίδια εκείνη ποικιλία που αποτελεί το ψηφιδωτό της καθημερινής ζωής. Η διάθεση αυτών των κομματιών είναι λυπημένη και περιπαικτική και η ελευθερία τους τεράστια. Η αξία τους βρίσκεται στην εντελώς χαλαρή κατάσταση μέσα στην οποία δημιουργήθηκαν, την ανάγκη να απευθύνεις το τραγούδι σου σ’ ένα συγκεκριμένο πρόσωπο κι όχι σε κάποιοι αφηρημένο κοινό που φαντάζεσαι ήσυχος ή ανήσυχος (αλλά τι διαφορά έχει;) στα γραφεία της εταιρείας ή στο στούντιο. Σ’ ένα τραγούδι, που περιλαμβάνεται μόνο στο CD, ο μπαρμπα-Σταύρος τραγουδάει στο σκιτσογράφο Γιώργο Ακοκκαλίδη «μα το δικό σου το σουξέ είναι η αποτυχία». Είναι φανερό ότι αυτός ο στίχος που αφορά τους πάντες δεν γράφεται αν δεν υπάρχει ο προνομιούχος ακροατής του. Μ’ άλλα λόγια, αληθινά τραγούδια είναι εκείνα που καθρεφτίζουν μια ιδιαιτερότητα κι όχι εκείνα που κυνηγούν με στατιστικά δεδομένα (λίγος αμανές, λίγο ροκ, λίγος Μικρούτσικος, λίγο σαξόφωνο) μια ηλίθια αντιπροσωπευτικότητα.
Απ’ αυτή την άποψη, οι ερασιτέχνες Χειμερινοί Κολυμβητές, ο αρχιτέκτων Α. Μπακιρτζής και ο ογδοντάχρονος Σ. Καραμανιώλας στέκουν μοναχοί, σχεδόν σιωπηλοί, χωρίς τηλεοπτική εικόνα, με τρεις δίσκους – διαμάντια κι ελάχιστες αλλά ζουμερές συναυλίες. Στα τραγούδια τους ανακατεύονται όλα τα ακουστικά όργανα που τείνουν να περιφρονηθούν και οι μελωδίες τους, ανάλαφρες σαν αεράκι, μοιάζουν να έρχονται στ’ αυτιά μας κατά κύματα από κάποια αόρατη μπάντα που παίζει στο βάθος του δρόμου. «Σαν άξαφνα ώρα μεσάνυχτα, ακουσθεί/ αόρατος θίασος να περνά, / με μουσικές εξαίσιες, με φωνές - ». Τότε λοιπόν αποχαιρέτα την την Ελλάδα που χάνεις και ανανέωνε κρυφά το ραντεβού με την Ελλάδα που επιμένει.

Ιστός, τ.3, Φεβρ. ‘92

// Η ονειρική υφή της πραγματικότητας, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, επιμέλεια: Κ. Λιβιεράτος //

abstract taken from a review of a 1991 album of the band Χειμερινοί Κολυμβητές 
by Ch. Vakalopoulos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου