Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

«Αφόρητη, Αρθούρε μου, όπως πάντα…»




// του Καίσαρα Εμμανουήλ των Contrabbando, από το μπαχάρ* τ.4 //

Στη Σοφία

“Μια μέρα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή. Και τη βλαστήμησα.»
Αρθούρος Ρεμπό, Μια εποχή στην κόλαση

Εμείς, Αρθούρε μου, ακόμη την κανακεύουμε στα γόνατά μας. Την νταντεύουμε, καθώς κοιμάται στα πόδια μας· μια μικρή γιαπωνέζικη κούκλα που ξώμεινε εύθραυστη στα χέρια μας. Ή ίσως πάλι όχι. Μια απασφαλισμένη χειροβομβίδα στα ακροδάχτυλά μας. Μόνο νανουρίσματα δεν της λέμε πια. Οφείλει να φοβάται. Ας αναλάβει κι η ίδια τις ευθύνες της. Τα τέρατα δεν κρύβονται πια κάτω από τα κρεβάτια ή μέσα στις ντουλάπες. Μεγάλωσε. Μεγάλωσαν κι αυτά. Μας περικυκλώνουν. Απέξω κι από μέσα μας. Μεγαλώσαμε κι εμείς, για να διηγούμαστε παραμύθια. Και το θέμα μας, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι τι θα κάνει αυτή. Αλλά εμείς. Και για αυτήν.
Εμείς δε βρήκαμε «μεθυσμένα καράβια» να μπαρκάρουμε. Ή μάλλον, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν τα «πήραμε», όταν άραξαν στις αποβάθρες μας. Εξάλλου, δεν έχει πια και πολλή σημασία πώς απομείναμε σε αυτήν την πόλη. Απομείναμε όμως. Πεισματικοί. Και λίγοι. Μέσα στην κοιλιά του κήτους. Ξεχασμένοι Δαναοί στον κούφιο Δούρειο Ίππο. Χρόνια μετά, κανένας Τρώας δεν γκρέμισε τα τείχη του να μας υποδεχτεί.

Αφήνουμε γένια· υπόμνηση ενός προαιώνιου χρέους. (Πάλι ψέματα σου λέω: του πένθους και της συνήθειας είναι, νομίζω). Τα πρωινά, θα θέλαμε να πηγαίναμε μακρινές βόλτες στην παραλία, κρατώντας την αγαπημένη μας από τη μέση κι αγναντεύοντας μακρινούς ορίζοντες. Εκεί όπου βρίσκεται η «πατρίδα» μας. Το μόνο που μας επιτρέπεται, όμως, είναι ο προαυλισμός στην έρημη πόλη. Γιατί ερήμωσε και η Τροία. Στο κάτω κάτω, οι Τρώες είναι που την εγκατέλειψαν. Όχι εμείς.
Γυρνάμε, λοιπόν, σε μια πολιτεία που μυρίζει φασισμό. Σε κάθε γωνιά, σπάνε αποστήματα γεμάτα πύον και η αποφορά τους δε μας αφήνει να καταλάβουμε πώς μυρίζει η άνοιξη. Κακοφορμίζει η πόλη και τα απολειφάδια της εκρήγνυνται στα πρόσωπά μας. Μας φτύνουν οι δρόμοι της, μας αποπατούν οι πλατείες της με τα «μεγάλα, λαμπρά ονόματά τους». Εμείς, απλώς, σκουπίζουμε το μέτωπό μας-μήπως και μείνει κάτι καθαρό. Και συνεχίζουμε.
Στο δρόμο, απλώνονται χέρια μέσα από ξεφτισμένες κουβέρτες. Απλώνουμε κι εμείς. Μόνο το δείκτη. Η δικιά μας επίγεια ανεστραμμένη Καπέλα Σιξτίνα. Γιατί έτσι κυλάει η ζωή μας. Αντίστροφα. Ανάστροφα. Σαν χαστούκι. Δε θα θυμάσαι στην τριλογία του Κισλόφσκι με τα χρώματα το μοτίβο της ηλικιωμένης και την αγωνιώδη της προσπάθεια να πετάξει ένα μπουκάλι στον κάδο σκουπιδιών, έτσι δεν είναι; Στην πόλη πια, κι αυτή η σκηνή λειτουργεί μόνο αντίστροφα. Μεταμοντερνισμός.
Δεν ξέρω τι γεύση έχει η δική σου ομορφιά. Η δικιά μου έχει μια μόνιμη επίγευση τέφρας. Όχι από τη σκόνη της Αφρικής ούτε από τα καυσόξυλα. Από την τέφρα που βγάζουν τα σωθικά μας που καίγονται.
Για τον καθημερινό μας προαυλισμό σου ‘λεγα, όμως. Τριγυρίζουμε πειθήνιοι. Βλέπεις, έχουμε ξεριζώσει τα μάτια μας με δυο ολόχρυσες πόρπες και στη θέση τους βάλαμε κάτι ανακλαστικούς καθρέφτες. Τι να τα κάνεις τα μάτια, όταν έχουν κλάψει τόσο πολύ που εθίστηκαν στα χημικά;  Τι να την κάνεις την όραση, όταν έχεις συνηθίσει να βλέπεις μπλαβιασμένα μάτια εικοσάχρονων και δεν αναρωτιέσαι;;
Έτσι, μόνο με την αφή αναγνωρίζουμε. Αραιά και πού, με τα νύχια μας ξύνουμε τους τοίχους να ξεκολλήσουν, όχι οι αφίσες με τα συνθήματα «Ανάπτυξη», «Ευρώ», «Επανάσταση», αλλά  ο σοβάς της ίδιας μας της ουσίας. Να μπει το αστάρι στο δέρμα μας.
Τα απογεύματα, σηκώνουμε τα ματωμένα μας χέρια στα σύννεφα. Γι’ αυτό ο ουρανός παίρνει αυτό το άλικο. Μην πιστεύεις τις ρομαντικές σάχλες «περί αλουργίδος των Αλκυονιδών». Η ελάχιστη αιμάτινη σπονδή μας είναι. Χωρίς φίλτρο ινσταγκράμ.
Όταν νυχτώνει, κυκλοφορούμε σε στοές ή κάτω από γέφυρες ταχείας κυκλοφορίας. Βλέπεις είναι η ώρα των διαττόντων. Κόβει βόλτες θανάτου η απόγνωση στις ταράτσες μας και πέφτουν κορμιά στα σκυμμένα μας κεφάλια. Και πώς να τους κουβαλάς όλους;
Κάποια βράδια ανεβαίνουμε κι εμείς στις ταράτσες. Κρεμιόμαστε από τις κεραίες και εκλιπαρούμε να μην εκπέμπουν οι ομιλούσες ασώματες τηλεοπτικές κεφαλές χειμαρρώδη φωτόνια εμετού και αηδίας μέσα στα δωμάτιά μας. Ή, το πιο συχνό, ξαπλώνουμε γυμνοί και συστρεφόμαστε εμβρυακά δίπλα σε κορμιά δυνατών γυναικών. Όσες μας έχουν αντέξει.
Δεν ξέρω πώς «περιποιήθηκες», τελικά, τη δική σου ομορφιά στη δική σου εποχή στην κόλαση. Ήταν και μια «εποχή χεριών», όπως έλεγες. Γνωρίζατε σε τι χρησιμεύουν τα χέρια. Εμείς, τον περισσότερο καιρό, τα περιστρέφουμε αμήχανα στις άδειες τσέπες μας, μήπως και ριζώσει καμία ελπίδα στο βάθος της τρύπας. Μάταια. Τίποτε δε φυτρώνει στην ερημιά.
 Απλώς, καμιά φορά, θέλω να την αρπάξω από το γιακά -την ομορφιά- και να της φωνάξω: «Το κέρατό σου, πουτάνα. Μη με αφήσεις να ησυχάσω μέχρι…» Θαρρώ, με καταλαβαίνεις. Εσύ, δεκαοχτάχρονε Αρθούρε, που δεν είχες «κατασταλαγμένη άποψη για τον κόσμο». Στην ηλικία σου.
  
Υ.Γ. Δεν ξέρω ποια βαθιά παρόρμηση σε έκανε να ασχοληθείς μετά την ποίηση με το λαθρεμπόριο όπλων. Δε θα το ψάξω.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου