Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

λαϊκό, βαρύ λαϊκό, σκυλάδικο


Ο Τσαρούχης σηκώνεται αργά να χορέψει το «θα κάνω ντου βρε πονηρή» στο Χάραμα. Παρατηρούμε την Μπέλλου να λέει, κρατώντας το βλέμμα κάπου χαμηλά, «κι έγινα αυτή που είμαι σήμερα». Ύστερα πιάνει το τραγούδι «καρδιά μου πάψε να πονάς». Στη συναυλία στο ΣΕΦ που γίνεται προς τιμήν του, κάπου προς το τέλος ανεβαίνει στη σκηνή ο Μπιθικώτσης. Διοργανωτές, ορχήστρα και τραγουδιστές επιχειρούν (πιθανώς με όλη τους την καλή καρδιά) να οδηγήσουν τον Μπιθικώτση στο «της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ». Το κοινό χειροκροτεί. Παίρνει λοιπόν το μικρόφωνο και λέει ότι, αυτός θέλει να τραγουδήσει (προσθέτωντας ένα «όσο μπορώ») το «του βοτανικού ο μάγκας». Οι διοργανωτές θέλουν το τελευταίο κομμάτι που θα πει ο Μπιθικώτσης να είναι αυτό του Θεοδωράκη. Αυτός όμως επιλέγει ένα προφανώς διαφορετικό τραγούδι. Χωρίς τα πολλά νοήματα ή τους συμβολισμούς, χωρίς το βαρύ κοινωνικό φορτίο.

Ο Μπιθικώτσης, τελευταία φορά στη σκηνή, θέλει να πει το δικό του τραγούδι, το τραγούδι που μιλάει για το θάνατο και τη ζωή του.Τις ύστατες στιγμές η έκφραση της αγωνίας αποβαίνει εντελώς προσωπική υπόθεση. ‘Υστερα χορεύει ένα απαλό ζεϊμπέκικο, κουβαλώντας όλα του το χρόνια.


Στα όρια μεταξύ άκρατης υπερβολής και αλήθειας, ακροβατώντας μεταξύ συγκίνησης και λαϊκισμού, κινείται το λαϊκό τραγούδι. Στα ίδια πλαίσια, θυμάμαι ακόμη τον ωραιότερο λαϊκό χορό που είδα στη ζωή μου. Τον χόρεψε στο καφενείο η Γη, κοντά στο Σταθμό Λαρίσης, ένας εργαζόμενος στην καθαριότητα του δήμου. 7 το απόγευμα Κυριακής, μπήκε στο μαγαζί φορώντας το φωσφοριζέ γιλέκο της δουλειάς, ήπιε κανά δύο ποτηράκια κι ύστερα έριξε τις στροφές του υπό τους ήχους κάποιου Αντώνη, που ήτανε βαρκάρης ή ταυρομάχος, δεν είμαι σίγουρος.  
Απ’ το οριακό «Παναγιά μου» της Ευδοκίας, στο φλεγόμενο ζεϊμπέκικο του Αρμένη, απ’ τον λόγο περί ρεμπέτικου του Πετρόπουλου, στη Βόλβη του Μπακιρτζή και του Καρρά. Η εθνική οδός, τα ρεμπετάδικα των φοιτητών, η ατέλειωτη νύχτα.

«Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, όσοι ευεργετήθηκαν στους κόλπους μιας συντροφιάς που συχνά πυκνά τα πίνει και ύστερα το ρίχνει ψυχαναγκαστικά στο τραγούδι, ξέρουν ότι στις πιο διαφορετικές διαθέσεις, σαν σύντομο δράμα που ξεμυαλίζει την μεθυσμένη καρδιά, το τραγούδι σε πάει μακριά, αλλά πάντα στο βάθος του ψυχισμού σου. Καθώς οι στίχοι επανέρχονται άφθαρτοι, αρκεί ένα Δεν ξαναπέφτω στην αγκαλιά σου, για να συνδεθείς ως δια μαγείας με το γνωστό απόθεμα μελαγχολιας που σέρνει ο καθένας: το παρελθόν»  . Παπαγιώργης Γειά σου Ασημάκη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου