Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Οι πετρελαιοπηγές του Καυκάσου

// από τον Ευγένιο Αρανίτση //

Ενας φίλος μου που παραβρέθηκε σε μια τελετή του Κολλεγίου Αθηνών πριν δύο χρόνια, θορυβήθηκε από την ομιλία του Ανδρέα Ανδριανόπουλου προς τους φοιτητές, την οποία, για να επαναλάβω τα λόγια του, βρήκε «εντελώς στερημένη από οποιαδήποτε πνευματική ανησυχία ή προτροπή». Δεν ξέρω αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι αφού, σήμερα, ο ορισμός της πνευματικότητας είναι αν μη τι άλλο προβληματικός. Εν πάση περιπτώσει, ο Ανδριανόπουλος αναφέρθηκε στην παιδεία σαν αυτή να ήταν απλώς και μόνον ένα μυητικό στάδιο της επαγγελματικής αποκατάστασης στον κυκεώνα των νέων αγορών. Κατά την αφήγηση του φίλου μου πάντοτε, ο πρώην υπουργός εστίασε στο αγαπημένο του θέμα που ήταν και είναι οι πετρελαιοπηγές του Καυκάσου και ο φόβος της Δύσης μήπως την καταπιεί η αγουροξυπνημένη Ανατολή.

Του απάντησα ότι κακώς δυσανασχετεί και ότι ο Ανδριανόπουλος παραμένει τουλάχιστον ειλικρινής στη σκιαγράφηση του άμεσου μέλλοντός μας, έστω και αν αυτή βαρύνεται με τις απλουστεύσεις του πλέον αδίστακτου πραγματισμού. Μπορεί να του διαφεύγει το ήμισυ της υπόθεσης, δηλαδή εκείνο που κατοπτρίζει το έλλειμμα της ψυχικής και συμβολικής ζωής των κοινωνιών, όμως το άλλο ήμισυ, του οποίου έχει πλήρη επίγνωση, είναι ειδικά αυτό που περιγράφει, δηλαδή μια κόλαση ανταγωνισμού, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει ας πούμε με τους πολιτικούς δημαγωγούς. Αυτοί, προκειμένου να μην τυφλώνονται κοιτάζοντας την έκλειψη του ηλίου χωρίς γυαλιά, απλώς τον περιμένουν να ανατείλει από τη Δύση.

Αξίζει μάλιστα να προσφύγω στην πιο γνώριμη απ' τις οθόνες όπου παίζονται οι φαντασιώσεις της Δύσης, θυμίζοντάς σας ότι δεν υπάρχει ούτε μία αμερικάνικη ταινία, κινηματογραφική ή τηλεοπτική, που να μη διαπραγματεύεται, έμμεσα ή άμεσα, συνήθως άμεσα, το ζήτημα της επιτυχίας στο πλαίσιο του ατομικού πεπρωμένου. Για την ηθική ενός λαού κυριολεκτικά αυτοδημιούργητου, κανένα θέμα δεν είναι περισσότερο κρίσιμο. Εκεί, τον κερδισμένο της ζωής τον τιμούν όχι μόνον επειδή ο ίδιος το απαιτεί μέσω της άσκησης των προνομίων του, αλλά εν γένει σαν αμιγές είδος ανθρώπινου ορίου και σκοπού. Είναι το θεμέλιο της Δύσης και οποιαδήποτε νύξη κριτικής ισοδυναμεί με ιεροσυλία.

Προεξοφλώντας ωστόσο τις δάφνες, ο μέχρι τότε κερδισμένος είναι όμηρος του κέρδους. Σε περίπτωση σοβαρού στραβοπατήματος, έχει κάθε λόγο να περιμένει, από λεπτό σε λεπτό, την οριστική εξαφάνισή του από προσώπου γης. Ο ξοφλημένος παίχτης αποβάλλεται διά παντός, συνοδευόμενος από τον χλευασμό των υπολοίπων, όπου ξεσπάνε επιτέλους οι μνησικακίες που προκαλούσε τόσον καιρό η ένταση της διαφοράς ως προς τον βαθμό της επαγγελματικής επιτυχίας. Δεν υφίσταται μισή αποτυχία, δεν νοείται μέση οδός, ούτε συγχώρεση. Ο συμβιβασμός απαγορεύεται, ενώ η επιείκεια και η αναπροσαρμογή είναι λύσεις αδιανόητες, με την έννοια ότι η διανομή των ρόλων απαιτεί είτε να νικήσει κανείς είτε να αφανισθεί. Και να γιατί το αμερικάνικο σύστημα φέρνει τους σκλάβους τόσο κοντά στην αυτοκτονία κάθε που χάνουν τη δουλειά τους. Δεν είναι καθόλου σαν να χάσεις τη δουλειά σου εδώ, στον Τρίτο Κόσμο, όπου κανείς δεν ξέρει, κατ' αρχάς, αν δούλευες και πότε ή πώς.

Στο μεταξύ, ο ακραίος χαρακτήρας της ανεργίας, εκεί, στις ΗΠΑ, ενισχύεται εφιαλτικά απ' το γεγονός ότι ο κερδισμένος είναι πάντα ο πρωταγωνιστής μιας σταδιοδρομίας στην κόψη του ξυραφιού. Εξ υποθέσεως, το διακύβευμα της αποδοτικότητάς του απειλείται με εκμηδένιση από λεπτό σε λεπτό, εφόσον ο ανταγωνισμός, σαν η μοναδική δύναμη που εμψυχώνει όλη αυτή την παραφροσύνη, πιέζει αφόρητα για να επαναδιοχετεύονται τα κεκτημένα στην αγορά αιωνίως και χωρίς την ελάχιστη ανάπαυλα. Η χώρα απολαμβάνει έτσι την ψευδαίσθηση ότι είναι πάντοτε νέα και σφριγηλή, δίχως να υποπτεύεται πως το μυϊκό της σφρίγος οφείλεται στον πανικό και ότι μόνον απατηλά την παρηγορούν κατ' ουσίαν οι μόδες της ψυχικής και υπαρξιακής ελαφρότητας του Είναι και των δικτύων που την προωθούν σαν να επρόκειτο για σερβιέτα.

Ετσι, ακόμη και η συναισθηματική υποτίθεται επιλογή συντρόφου συνιστά μια μορφή «ρεαλιστικής» απόφασης από την οποία θα εξαρτηθεί η επίσπευση ή η καθυστέρηση μιας τρόπος του λέγειν προαγωγής. Εκεί όπου όλα αποτελούν εργασία, τα πάθη έχουν υποβαθμιστεί σε απλά λάθη, διότι δεν υπάρχει επιθυμία που ο χειρισμός της να μη διαπερνά τη διεκδίκηση μιας επιχειρησιακής ωφέλειας. Στο δε καθήκον ενός μικρού αγοριού να κερδίσει το χαρτζιλίκι του κουρεύοντας το γκαζόν του γείτονα ώστε να εξοφλήσει το δάνειο των δέκα δολαρίων που πήρε απ' τον πατέρα του, ενώ δεν παύουν να του θυμίζουν ότι το ίδιο θα έκανε στην ηλικία του ο Αϊζενχάουερ, εκδηλώνεται η ενδοοικογενειακή εκδοχή μιας αρχαϊκής βίας που επιτρέπει να μείνει ζωντανός μόνον εκείνος ο οποίος στηρίζεται αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, όπως ο λύκος. Οικονομία και ανατροφή συγχωνεύονται, όχι τόσο χάριν της οικονομίας, ούτε φυσικά χάριν της ανατροφής, αλλά προκειμένου να στηριχτεί το ιδεώδες μιας αυτάρκειας χωρίς πολλά λόγια ή περιττές ευγένειες. Σίγουρα, τα πολλά λόγια θα μπορούσαν να ανακόψουν την παροχέτευση της αυτάρκειας των ατόμων στο μετοχικό κεφάλαιο του έθνους.

Σταδιακά, η μοναχικότητα γίνεται ρυθμιστής ολόκληρου του μοντέρνου πολιτισμού, ο οποίος άλλο δεν κάνει από το να επιβραβεύει την αλαζονεία εκείνου που παραιτείται επιδεικτικά από κάθε ενδεχόμενο συμπαράστασης. Κάτι τέτοιο, ασφαλώς, δεν εξηγεί το γιατί πρέπει κανείς απαραιτήτως να κερδίζει αν το κόστος είναι τόσο βαρύ. Επ' αυτού, η συγκεκριμένη ιδεολογία, δηλαδή η μοναδική που απέμεινε στον κόσμο, και μολονότι δεν αποσιωπά ότι ο κερδισμένος απειλείται μόνιμα απ' την καταστροφή ανάλογα με τα κέφια της μπίλιας στη ρουλέτα, παρουσιάζει την επιβεβαίωση των ικανοτήτων του ανθρώπου σαν να ήταν συνάμα μοιραία, ακριβώς όπως η μπίλια στη ρουλέτα.

Ωστε ο φανατισμός της προσπάθειας μοιάζει να έλκει διά μαγείας την έγκριση της μοίρας και ο κερδισμένος δεν γίνεται, λέει, παρά να ξανακερδίζει. Νά τι διδάσκει στο παιδί του ο ήδη πετυχημένος πατέρας, επικαλούμενος μιαν ιδανική κληρονομικότητα, της οποίας το αληθινό πρόσωπο είναι ο χυδαίος προσηλυτισμός. Ετσι δικαιολογείται, συμμετρικά, η ρατσιστική περιφρόνηση για τον χαμένο, αφού ο τελευταίος, δίχως καμιά ελπίδα, δεν μπορεί παρά να χάνει το δικαίωμα ζωής. Μαζί και το δικαίωμα να κατηγορήσει οποιονδήποτε και οτιδήποτε πλην του εαυτού του. Πού να τον βρει όμως τον εαυτό; Πάντως όχι στις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου.

( via )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου